Your Greek learning toolkit
ρήματαModern Greek Verbs

εξεγείρω — to rouse

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εξεγείρω means to rouse or stir people to rebellion, or arouse strong indignation. εξεγείρομαι means to rise up, rebel or react indignantly.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξεγείρω εξεγείρομαι
εσύ — you εξεγείρεις εξεγείρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξεγείρει εξεγείρεται
εμείς — we εξεγείρουμε, εξεγείρομε εξεγειρόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εξεγείρετε εξεγείρεστε, εξεγειρόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξεγείρουν(ε) εξεγείρονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξήγειρα, εξέγειρα εξεγειρόμουν(α)
εσύ — you εξήγειρες, εξέγειρες εξεγειρόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξήγειρε, εξέγειρε εξεγειρόταν(ε)
εμείς — we εξεγείραμε εξεγειρόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εξεγείρατε εξεγειρόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξήγειραν, εξεγείραν(ε) εξεγείρονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξήγειρα, εξέγειρα εξεγέρθηκα
εσύ — you εξήγειρες, εξέγειρες εξεγέρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξήγειρε, εξέγειρε εξεγέρθηκε
εμείς — we εξεγείραμε εξεγερθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εξεγείρατε εξεγερθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξήγειραν, εξεγείραν(ε) εξεγέρθηκαν, εξεγερθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εξεγείρει έχω εξεγερθεί
εσύ — you έχεις εξεγείρει έχεις εξεγερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εξεγείρει έχει εξεγερθεί
εμείς — we έχουμε εξεγείρει έχουμε εξεγερθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εξεγείρει έχετε εξεγερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εξεγείρει έχουν εξεγερθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εξεγείρει είχα εξεγερθεί
εσύ — you είχες εξεγείρει είχες εξεγερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εξεγείρει είχε εξεγερθεί
εμείς — we είχαμε εξεγείρει είχαμε εξεγερθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εξεγείρει είχατε εξεγερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εξεγείρει είχαν εξεγερθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εξεγείρω θα εξεγείρομαι
εσύ — you θα εξεγείρεις θα εξεγείρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εξεγείρει θα εξεγείρεται
εμείς — we θα εξεγείρουμε, θα εξεγείρομε θα εξεγειρόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εξεγείρετε θα εξεγείρεστε, θα εξεγειρόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εξεγείρουν(ε) θα εξεγείρονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εξεγείρω θα εξεγερθώ
εσύ — you θα εξεγείρεις θα εξεγερθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εξεγείρει θα εξεγερθεί
εμείς — we θα εξεγείρουμε, θα εξεγείρομε θα εξεγερθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εξεγείρετε θα εξεγερθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εξεγείρουν(ε) θα εξεγερθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εξεγείρει θα έχω εξεγερθεί
εσύ — you θα έχεις εξεγείρει θα έχεις εξεγερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εξεγείρει θα έχει εξεγερθεί
εμείς — we θα έχουμε εξεγείρει θα έχουμε εξεγερθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εξεγείρει θα έχετε εξεγερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εξεγείρει θα έχουν εξεγερθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εξεγείρω να εξεγείρομαι
εσύ — you να εξεγείρεις να εξεγείρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εξεγείρει να εξεγείρεται
εμείς — we να εξεγείρουμε, να εξεγείρομε να εξεγειρόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εξεγείρετε να εξεγείρεστε, να εξεγειρόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εξεγείρουν(ε) να εξεγείρονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εξεγείρω να εξεγερθώ
εσύ — you να εξεγείρεις να εξεγερθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εξεγείρει να εξεγερθεί
εμείς — we να εξεγείρουμε, να εξεγείρομε να εξεγερθούμε
εσείς — you (plural / polite) να εξεγείρετε να εξεγερθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εξεγείρουν(ε) να εξεγερθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εξεγείρει να έχω εξεγερθεί
εσύ — you να έχεις εξεγείρει να έχεις εξεγερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εξεγείρει να έχει εξεγερθεί
εμείς — we να έχουμε εξεγείρει να έχουμε εξεγερθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εξεγείρει να έχετε εξεγερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εξεγείρει να έχουν εξεγερθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous εξέγειρε εξεγείρετε — —
Simple εξέγειρε εξεγείρετε εξεγέρσου εξεγερθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The active imperfect and simple past share forms such as εξήγειρα / εξέγειρα; context distinguishes the aspect.
  • εξεγερμένος, -η, -ο means in revolt or strongly indignant; εξεγειρόμενος describes the ongoing action.

Οι κάτοικοι εξεγέρθηκαν εναντίον της απόφασης.

The residents rose up against the decision.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εξεγείρω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/eksegeiro/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /eksegeiro/