εξασφαλίζω (eksasfalizo) — to secure

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εξασφαλίζω means to secure, ensure or obtain something. εξασφαλίζομαι can mean to be secured or make provision for oneself.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξασφαλίζω εξασφαλίζομαι
εσύ — you εξασφαλίζεις εξασφαλίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξασφαλίζει εξασφαλίζεται
εμείς — we εξασφαλίζουμε, εξασφαλίζομε εξασφαλιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εξασφαλίζετε εξασφαλίζεστε, εξασφαλιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξασφαλίζουν(ε) εξασφαλίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξασφάλιζα εξασφαλιζόμουν(α)
εσύ — you εξασφάλιζες εξασφαλιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξασφάλιζε εξασφαλιζόταν(ε)
εμείς — we εξασφαλίζαμε εξασφαλιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εξασφαλίζατε εξασφαλιζόσαστε, εξασφαλιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξασφάλιζαν, εξασφαλίζαν(ε) εξασφαλίζονταν, εξασφαλιζόντανε, εξασφαλιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξασφάλισα εξασφαλίστηκα
εσύ — you εξασφάλισες εξασφαλίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξασφάλισε εξασφαλίστηκε
εμείς — we εξασφαλίσαμε εξασφαλιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εξασφαλίσατε εξασφαλιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξασφάλισαν, εξασφαλίσαν(ε) εξασφαλίστηκαν, εξασφαλιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εξασφαλίσει έχω εξασφαλιστεί
εσύ — you έχεις εξασφαλίσει έχεις εξασφαλιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εξασφαλίσει έχει εξασφαλιστεί
εμείς — we έχουμε εξασφαλίσει έχουμε εξασφαλιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εξασφαλίσει έχετε εξασφαλιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εξασφαλίσει έχουν εξασφαλιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εξασφαλίσει είχα εξασφαλιστεί
εσύ — you είχες εξασφαλίσει είχες εξασφαλιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εξασφαλίσει είχε εξασφαλιστεί
εμείς — we είχαμε εξασφαλίσει είχαμε εξασφαλιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εξασφαλίσει είχατε εξασφαλιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εξασφαλίσει είχαν εξασφαλιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εξασφαλίζω θα εξασφαλίζομαι
εσύ — you θα εξασφαλίζεις θα εξασφαλίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εξασφαλίζει θα εξασφαλίζεται
εμείς — we θα εξασφαλίζουμε, θα εξασφαλίζομε θα εξασφαλιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εξασφαλίζετε θα εξασφαλίζεστε, θα εξασφαλιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εξασφαλίζουν(ε) θα εξασφαλίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εξασφαλίσω θα εξασφαλιστώ
εσύ — you θα εξασφαλίσεις θα εξασφαλιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εξασφαλίσει θα εξασφαλιστεί
εμείς — we θα εξασφαλίσουμε, θα εξασφαλίσομε θα εξασφαλιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εξασφαλίσετε θα εξασφαλιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εξασφαλίσουν(ε) θα εξασφαλιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εξασφαλίσει θα έχω εξασφαλιστεί
εσύ — you θα έχεις εξασφαλίσει θα έχεις εξασφαλιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εξασφαλίσει θα έχει εξασφαλιστεί
εμείς — we θα έχουμε εξασφαλίσει θα έχουμε εξασφαλιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εξασφαλίσει θα έχετε εξασφαλιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εξασφαλίσει θα έχουν εξασφαλιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εξασφαλίζω να εξασφαλίζομαι
εσύ — you να εξασφαλίζεις να εξασφαλίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εξασφαλίζει να εξασφαλίζεται
εμείς — we να εξασφαλίζουμε, να εξασφαλίζομε να εξασφαλιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εξασφαλίζετε να εξασφαλίζεστε, να εξασφαλιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εξασφαλίζουν(ε) να εξασφαλίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εξασφαλίσω να εξασφαλιστώ
εσύ — you να εξασφαλίσεις να εξασφαλιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εξασφαλίσει να εξασφαλιστεί
εμείς — we να εξασφαλίσουμε, να εξασφαλίσομε να εξασφαλιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να εξασφαλίσετε να εξασφαλιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εξασφαλίσουν(ε) να εξασφαλιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εξασφαλίσει να έχω εξασφαλιστεί
εσύ — you να έχεις εξασφαλίσει να έχεις εξασφαλιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εξασφαλίσει να έχει εξασφαλιστεί
εμείς — we να έχουμε εξασφαλίσει να έχουμε εξασφαλιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εξασφαλίσει να έχετε εξασφαλιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εξασφαλίσει να έχουν εξασφαλιστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous εξασφάλιζε εξασφαλίζετε — εξασφαλίζεστε
Simple εξασφάλισε εξασφαλίστε εξασφαλίσου εξασφαλιστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • εξασφαλισμένος, -η, -ο describes a secure or assured state. The middle can concern someone securing their own future or position.

Πρέπει να εξασφαλίσουμε αρκετό χρόνο.

We must ensure we have enough time.

Η χρηματοδότηση έχει εξασφαλιστεί.

The funding has been secured.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εξασφαλίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/eksasfalizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /eksasfalizo/