Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
εξελίσσομαι means to develop, evolve or unfold. It describes how a person, process or situation changes; it does not always imply improvement.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | εξελίσσομαι |
| εσύ — you | εξελίσσεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | εξελίσσεται |
| εμείς — we | εξελισσόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | εξελίσσεστε, εξελισσόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | εξελίσσονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | εξελισσόμουν(α) |
| εσύ — you | εξελισσόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | εξελισσόταν(ε) |
| εμείς — we | εξελισσόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | εξελισσόσαστε, εξελισσόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | εξελίσσονταν, εξελισσόντανε, εξελισσόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | εξελίχθηκα, εξελίχτηκα |
| εσύ — you | εξελίχθηκες, εξελίχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | εξελίχθηκε, εξελίχτηκε |
| εμείς — we | εξελιχθήκαμε, εξελιχτήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | εξελιχθήκατε, εξελιχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | εξελίχθηκαν, εξελιχθήκαν(ε), εξελίχτηκαν, εξελιχτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω εξελιχθεί |
| εσύ — you | έχεις εξελιχθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει εξελιχθεί |
| εμείς — we | έχουμε εξελιχθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε εξελιχθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν εξελιχθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα εξελιχθεί |
| εσύ — you | είχες εξελιχθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε εξελιχθεί |
| εμείς — we | είχαμε εξελιχθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε εξελιχθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν εξελιχθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα εξελίσσομαι |
| εσύ — you | θα εξελίσσεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα εξελίσσεται |
| εμείς — we | θα εξελισσόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα εξελίσσεστε, θα εξελισσόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα εξελίσσονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα εξελιχθώ, θα εξελιχτώ |
| εσύ — you | θα εξελιχθείς, θα εξελιχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα εξελιχθεί, θα εξελιχτεί |
| εμείς — we | θα εξελιχθούμε, θα εξελιχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα εξελιχθείτε, θα εξελιχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα εξελιχθούν(ε), θα εξελιχτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω εξελιχθεί |
| εσύ — you | θα έχεις εξελιχθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει εξελιχθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε εξελιχθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε εξελιχθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν εξελιχθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να εξελίσσομαι |
| εσύ — you | να εξελίσσεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να εξελίσσεται |
| εμείς — we | να εξελισσόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να εξελίσσεστε, να εξελισσόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να εξελίσσονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να εξελιχθώ, να εξελιχτώ |
| εσύ — you | να εξελιχθείς, να εξελιχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να εξελιχθεί, να εξελιχτεί |
| εμείς — we | να εξελιχθούμε, να εξελιχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να εξελιχθείτε, να εξελιχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να εξελιχθούν(ε), να εξελιχτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω εξελιχθεί |
| εσύ — you | να έχεις εξελιχθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει εξελιχθεί |
| εμείς — we | να έχουμε εξελιχθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε εξελιχθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν εξελιχθεί |
Imperative · Προστακτική
For continuing development, να εξελίσσεσαι / να εξελίσσεστε can be used.
Simple: εξελίξου (εσύ); εξελιχθείτε, εξελιχτείτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The tables use εξελιχθεί in perfect tenses; εξελιχτεί is also used.
- εξελισσόμενος, -η, -ο means developing or unfolding; εξελιγμένος, -η, -ο means developed or advanced and describes a state.
Η κατάσταση εξελίσσεται ομαλά.
The situation is developing smoothly.
Έχει εξελιχθεί σε σημαντικό επιστήμονα.
He has developed into an important scientist.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εξελίσσομαι.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ekselissomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/ekselissomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.