Your Greek learning toolkit
ρήματαModern Greek Verbs

εξετάζω — to examine

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εξετάζω means to examine, inspect or consider. εξετάζομαι means to be examined, undergo a medical examination or take an examination.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξετάζω εξετάζομαι
εσύ — you εξετάζεις εξετάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξετάζει εξετάζεται
εμείς — we εξετάζουμε, εξετάζομε εξεταζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εξετάζετε εξετάζεστε, εξεταζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξετάζουν(ε) εξετάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξέταζα εξεταζόμουν(α)
εσύ — you εξέταζες εξεταζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξέταζε εξεταζόταν(ε)
εμείς — we εξετάζαμε εξεταζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εξετάζατε εξεταζόσαστε, εξεταζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξέταζαν, εξετάζαν(ε) εξετάζονταν, εξεταζόντανε, εξεταζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξέτασα εξετάστηκα
εσύ — you εξέτασες εξετάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξέτασε εξετάστηκε
εμείς — we εξετάσαμε εξεταστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εξετάσατε εξεταστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξέτασαν, εξετάσαν(ε) εξετάστηκαν, εξεταστήκανε

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εξετάσει έχω εξεταστεί
εσύ — you έχεις εξετάσει έχεις εξεταστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εξετάσει έχει εξεταστεί
εμείς — we έχουμε εξετάσει έχουμε εξεταστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εξετάσει έχετε εξεταστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εξετάσει έχουν εξεταστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εξετάσει είχα εξεταστεί
εσύ — you είχες εξετάσει είχες εξεταστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εξετάσει είχε εξεταστεί
εμείς — we είχαμε εξετάσει είχαμε εξεταστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εξετάσει είχατε εξεταστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εξετάσει είχαν εξεταστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εξετάζω θα εξετάζομαι
εσύ — you θα εξετάζεις θα εξετάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εξετάζει θα εξετάζεται
εμείς — we θα εξετάζουμε, θα εξετάζομε θα εξεταζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εξετάζετε θα εξετάζεστε, θα εξεταζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εξετάζουν(ε) θα εξετάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εξετάσω θα εξεταστώ
εσύ — you θα εξετάσεις θα εξεταστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εξετάσει θα εξεταστεί
εμείς — we θα εξετάσουμε, θα εξετάσομε θα εξεταστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εξετάσετε θα εξεταστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εξετάσουν(ε) θα εξεταστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εξετάσει θα έχω εξεταστεί
εσύ — you θα έχεις εξετάσει θα έχεις εξεταστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εξετάσει θα έχει εξεταστεί
εμείς — we θα έχουμε εξετάσει θα έχουμε εξεταστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εξετάσει θα έχετε εξεταστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εξετάσει θα έχουν εξεταστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εξετάζω να εξετάζομαι
εσύ — you να εξετάζεις να εξετάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εξετάζει να εξετάζεται
εμείς — we να εξετάζουμε, να εξετάζομε να εξεταζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εξετάζετε να εξετάζεστε, να εξεταζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εξετάζουν(ε) να εξετάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εξετάσω να εξεταστώ
εσύ — you να εξετάσεις να εξεταστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εξετάσει να εξεταστεί
εμείς — we να εξετάσουμε, να εξετάσομε να εξεταστούμε
εσείς — you (plural / polite) να εξετάσετε να εξεταστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εξετάσουν να εξεταστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εξετάσει να έχω εξεταστεί
εσύ — you να έχεις εξετάσει να έχεις εξεταστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εξετάσει να έχει εξεταστεί
εμείς — we να έχουμε εξετάσει να έχουμε εξεταστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εξετάσει να έχετε εξεταστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εξετάσει να έχουν εξεταστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous εξέταζε εξετάζετε — εξετάζεστε
Simple εξέτασε εξετάστε εξετάσου εξεταστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • εξετασμένος, -η, -ο describes something or someone examined; εξεταζόμενος, -η, -ο means under examination or a candidate being examined.

Εξετάστε όλες τις επιλογές.

Consider all the options.

Οι μαθητές εξετάζονται στα μαθηματικά.

The pupils are being examined in mathematics.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εξετάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/eksetazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /eksetazo/