Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

διερευνώ — to investigate

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διερευνώ means to investigate or examine in depth. The passive διερευνώμαι is most often used with matters, causes or possibilities being investigated.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διερευνώ διερευνώμαι
εσύ — you διερευνάς διερευνάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διερευνά, διερευνάει διερευνάται
εμείς — we διερευνούμε, διερευνάμε διερευνόμαστε, διερευνώμεθα
εσείς — you (plural / polite) διερευνάτε διερευνάστε, διερευνάσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διερευνούν(ε), διερευνάν(ε) διερευνώνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διερευνούσα —
εσύ — you διερευνούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διερευνούσε διερευνάτο
εμείς — we διερευνούσαμε —
εσείς — you (plural / polite) διερευνούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they διερευνούσαν(ε) διερευνώντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διερεύνησα διερευνήθηκα
εσύ — you διερεύνησες διερευνήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διερεύνησε διερευνήθηκε
εμείς — we διερευνήσαμε διερευνηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διερευνήσατε διερευνηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διερεύνησαν, διερευνήσανε διερευνήθηκαν, διερευνηθήκανε

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διερευνήσει έχω διερευνηθεί
εσύ — you έχεις διερευνήσει έχεις διερευνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διερευνήσει έχει διερευνηθεί
εμείς — we έχουμε διερευνήσει έχουμε διερευνηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διερευνήσει έχετε διερευνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διερευνήσει έχουν διερευνηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διερευνήσει είχα διερευνηθεί
εσύ — you είχες διερευνήσει είχες διερευνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διερευνήσει είχε διερευνηθεί
εμείς — we είχαμε διερευνήσει είχαμε διερευνηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διερευνήσει είχατε διερευνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διερευνήσει είχαν διερευνηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διερευνώ θα διερευνώμαι
εσύ — you θα διερευνάς θα διερευνάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διερευνά θα διερευνάται
εμείς — we θα διερευνούμε θα διερευνόμαστε, θα διερευνώμεθα
εσείς — you (plural / polite) θα διερευνάτε θα διερευνάστε, θα διερευνάσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διερευνούν(ε) θα διερευνώνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διερευνήσω θα διερευνηθώ
εσύ — you θα διερευνήσεις θα διερευνηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διερευνήσει θα διερευνηθεί
εμείς — we θα διερευνήσουμε, θα διερευνήσομε θα διερευνηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διερευνήσετε θα διερευνηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διερευνήσουν(ε) θα διερευνηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διερευνήσει θα έχω διερευνηθεί
εσύ — you θα έχεις διερευνήσει θα έχεις διερευνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διερευνήσει θα έχει διερευνηθεί
εμείς — we θα έχουμε διερευνήσει θα έχουμε διερευνηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διερευνήσει θα έχετε διερευνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διερευνήσει θα έχουν διερευνηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διερευνώ να διερευνώμαι
εσύ — you να διερευνάς να διερευνάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διερευνά να διερευνάται
εμείς — we να διερευνούμε να διερευνόμαστε, να διερευνώμεθα
εσείς — you (plural / polite) να διερευνάτε να διερευνάστε, να διερευνάσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διερευνούν(ε) να διερευνώνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διερευνήσω να διερευνηθώ
εσύ — you να διερευνήσεις να διερευνηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διερευνήσει να διερευνηθεί
εμείς — we να διερευνήσουμε, να διερευνήσομε να διερευνηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να διερευνήσετε να διερευνηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διερευνήσουν(ε) να διερευνηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διερευνήσει να έχω διερευνηθεί
εσύ — you να έχεις διερευνήσει να έχεις διερευνηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διερευνήσει να έχει διερευνηθεί
εμείς — we να έχουμε διερευνήσει να έχουμε διερευνηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διερευνήσει να έχετε διερευνηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διερευνήσει να έχουν διερευνηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous διερεύνα διερευνάτε — —
Simple διερεύνησε διερευνήστε — διερευνηθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The learned passive imperfect is chiefly used in the third person: διερευνάτο / διερευνώντο. Other uncommon personal forms are left unlisted.
  • διερευνημένος, -η, -ο describes something investigated; διερευνώμενος, -η, -ο means being investigated. Passive commands need an appropriate context.

Η αστυνομία διερευνά τα αίτια του ατυχήματος.

The police are investigating the causes of the accident.

Διερεύνησε όλες τις δυνατότητες.

Investigate all the possibilities.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διερευνώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/diereuno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /diereuno/