Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ανακτώ — to regain, recover

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

ανακτώ · to regain; to recover

Passive: ανακτώμαι.

Ανέκτησε την εμπιστοσύνη τους. — He/she regained their trust.

Usage: Common with strength, confidence, control, possessions and data. The passive often concerns things being recovered: τα δεδομένα ανακτήθηκαν. Formal present alternatives include ανακτώμεθα / ανακτάσθε. Passive imperfect forms are uncommon; a dash means no personal learner model is supplied, not that a form is impossible.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανακτώανακτώμαι
εσύ · youανακτάςανακτάσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανακτάανακτάται
εμείς · weανακτούμεανακτόμαστε, ανακτώμεθα
εσείς · youανακτάτεανακτάστε, ανακτάσθε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανακτούν(ε)ανακτώνται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανακτούσα—
εσύ · youανακτούσες—
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανακτούσεανακτάτο
εμείς · weανακτούσαμε—
εσείς · youανακτούσατε—
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανακτούσαν(ε)ανακτώντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iανέκτησαανακτήθηκα
εσύ · youανέκτησεςανακτήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itανέκτησεανακτήθηκε
εμείς · weανακτήσαμεανακτηθήκαμε
εσείς · youανακτήσατεανακτηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyανέκτησαν, ανακτήσανεανακτήθηκαν, ανακτηθήκανε

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω ανακτήσειέχω ανακτηθεί
εσύ · youέχεις ανακτήσειέχεις ανακτηθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει ανακτήσειέχει ανακτηθεί
εμείς · weέχουμε ανακτήσειέχουμε ανακτηθεί
εσείς · youέχετε ανακτήσειέχετε ανακτηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν ανακτήσειέχουν ανακτηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα ανακτήσειείχα ανακτηθεί
εσύ · youείχες ανακτήσειείχες ανακτηθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε ανακτήσειείχε ανακτηθεί
εμείς · weείχαμε ανακτήσειείχαμε ανακτηθεί
εσείς · youείχατε ανακτήσειείχατε ανακτηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν ανακτήσειείχαν ανακτηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα ανακτώθα ανακτώμαι
εσύ · youθα ανακτάςθα ανακτάσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ανακτάθα ανακτάται
εμείς · weθα ανακτούμεθα ανακτόμαστε, θα ανακτώμεθα
εσείς · youθα ανακτάτεθα ανακτάστε, θα ανακτάσθε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ανακτούν(ε)θα ανακτώνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα ανακτήσωθα ανακτηθώ
εσύ · youθα ανακτήσειςθα ανακτηθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ανακτήσειθα ανακτηθεί
εμείς · weθα ανακτήσουμε, θα ανακτήσομεθα ανακτηθούμε
εσείς · youθα ανακτήσετεθα ανακτηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ανακτήσουν(ε)θα ανακτηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω ανακτήσειθα έχω ανακτηθεί
εσύ · youθα έχεις ανακτήσειθα έχεις ανακτηθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει ανακτήσειθα έχει ανακτηθεί
εμείς · weθα έχουμε ανακτήσειθα έχουμε ανακτηθεί
εσείς · youθα έχετε ανακτήσειθα έχετε ανακτηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν ανακτήσειθα έχουν ανακτηθεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα ανακτώνα ανακτώμαι
εσύ · youνα ανακτάςνα ανακτάσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ανακτάνα ανακτάται
εμείς · weνα ανακτούμενα ανακτόμαστε, να ανακτώμεθα
εσείς · youνα ανακτάτενα ανακτάστε, να ανακτάσθε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ανακτούν(ε)να ανακτώνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα ανακτήσωνα ανακτηθώ
εσύ · youνα ανακτήσειςνα ανακτηθείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ανακτήσεινα ανακτηθεί
εμείς · weνα ανακτήσουμε, να ανακτήσομενα ανακτηθούμε
εσείς · youνα ανακτήσετενα ανακτηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ανακτήσουν(ε)να ανακτηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω ανακτήσεινα έχω ανακτηθεί
εσύ · youνα έχεις ανακτήσεινα έχεις ανακτηθεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει ανακτήσεινα έχει ανακτηθεί
εμείς · weνα έχουμε ανακτήσεινα έχουμε ανακτηθεί
εσείς · youνα έχετε ανακτήσεινα έχετε ανακτηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν ανακτήσεινα έχουν ανακτηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous active: ανακτάτε (plural).

Simple active: ανάκτησε / ανακτήστε.

Simple passive: ανακτήσου / ανακτηθείτε; use depends on the meaning and context.

Ανακτήστε τα αρχεία. — Recover the files.

Command versus past: ανάκτησε is the affirmative command; ανέκτησε is past indicative. Να ανακτήσετε is subjunctive, not the affirmative imperative.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: ανακτώντας; ανακτώμενος, ανακτώμενη, ανακτώμενο.

Perfect participial constructions: έχοντας ανακτήσει / έχοντας ανακτηθεί.

Passive participle: ανακτημένος, ανακτημένη, ανακτημένο. This can describe a state or result; it is not automatically interchangeable with the compound perfect.

Invariant compound-tense forms: ανακτήσει / ανακτηθεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/anakto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /anakto/