Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek verb conjugation
ανακτώ · to regain; to recover
Passive: ανακτώμαι.
Ανέκτησε την εμπιστοσύνη τους. — He/she regained their trust.
Usage: Common with strength, confidence, control, possessions and data. The passive often concerns things being recovered: τα δεδομένα ανακτήθηκαν. Formal present alternatives include ανακτώμεθα / ανακτάσθε. Passive imperfect forms are uncommon; a dash means no personal learner model is supplied, not that a form is impossible.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανακτώ | ανακτώμαι |
| εσύ · you | ανακτάς | ανακτάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανακτά | ανακτάται |
| εμείς · we | ανακτούμε | ανακτόμαστε, ανακτώμεθα |
| εσείς · you | ανακτάτε | ανακτάστε, ανακτάσθε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανακτούν(ε) | ανακτώνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανακτούσα | — |
| εσύ · you | ανακτούσες | — |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανακτούσε | ανακτάτο |
| εμείς · we | ανακτούσαμε | — |
| εσείς · you | ανακτούσατε | — |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανακτούσαν(ε) | ανακτώντο |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανέκτησα | ανακτήθηκα |
| εσύ · you | ανέκτησες | ανακτήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανέκτησε | ανακτήθηκε |
| εμείς · we | ανακτήσαμε | ανακτηθήκαμε |
| εσείς · you | ανακτήσατε | ανακτηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανέκτησαν, ανακτήσανε | ανακτήθηκαν, ανακτηθήκανε |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω ανακτήσει | έχω ανακτηθεί |
| εσύ · you | έχεις ανακτήσει | έχεις ανακτηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει ανακτήσει | έχει ανακτηθεί |
| εμείς · we | έχουμε ανακτήσει | έχουμε ανακτηθεί |
| εσείς · you | έχετε ανακτήσει | έχετε ανακτηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν ανακτήσει | έχουν ανακτηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα ανακτήσει | είχα ανακτηθεί |
| εσύ · you | είχες ανακτήσει | είχες ανακτηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε ανακτήσει | είχε ανακτηθεί |
| εμείς · we | είχαμε ανακτήσει | είχαμε ανακτηθεί |
| εσείς · you | είχατε ανακτήσει | είχατε ανακτηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν ανακτήσει | είχαν ανακτηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα ανακτώ | θα ανακτώμαι |
| εσύ · you | θα ανακτάς | θα ανακτάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ανακτά | θα ανακτάται |
| εμείς · we | θα ανακτούμε | θα ανακτόμαστε, θα ανακτώμεθα |
| εσείς · you | θα ανακτάτε | θα ανακτάστε, θα ανακτάσθε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ανακτούν(ε) | θα ανακτώνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα ανακτήσω | θα ανακτηθώ |
| εσύ · you | θα ανακτήσεις | θα ανακτηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ανακτήσει | θα ανακτηθεί |
| εμείς · we | θα ανακτήσουμε, θα ανακτήσομε | θα ανακτηθούμε |
| εσείς · you | θα ανακτήσετε | θα ανακτηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ανακτήσουν(ε) | θα ανακτηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω ανακτήσει | θα έχω ανακτηθεί |
| εσύ · you | θα έχεις ανακτήσει | θα έχεις ανακτηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει ανακτήσει | θα έχει ανακτηθεί |
| εμείς · we | θα έχουμε ανακτήσει | θα έχουμε ανακτηθεί |
| εσείς · you | θα έχετε ανακτήσει | θα έχετε ανακτηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν ανακτήσει | θα έχουν ανακτηθεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να ανακτώ | να ανακτώμαι |
| εσύ · you | να ανακτάς | να ανακτάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ανακτά | να ανακτάται |
| εμείς · we | να ανακτούμε | να ανακτόμαστε, να ανακτώμεθα |
| εσείς · you | να ανακτάτε | να ανακτάστε, να ανακτάσθε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ανακτούν(ε) | να ανακτώνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να ανακτήσω | να ανακτηθώ |
| εσύ · you | να ανακτήσεις | να ανακτηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ανακτήσει | να ανακτηθεί |
| εμείς · we | να ανακτήσουμε, να ανακτήσομε | να ανακτηθούμε |
| εσείς · you | να ανακτήσετε | να ανακτηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ανακτήσουν(ε) | να ανακτηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω ανακτήσει | να έχω ανακτηθεί |
| εσύ · you | να έχεις ανακτήσει | να έχεις ανακτηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει ανακτήσει | να έχει ανακτηθεί |
| εμείς · we | να έχουμε ανακτήσει | να έχουμε ανακτηθεί |
| εσείς · you | να έχετε ανακτήσει | να έχετε ανακτηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν ανακτήσει | να έχουν ανακτηθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous active: ανακτάτε (plural).
Simple active: ανάκτησε / ανακτήστε.
Simple passive: ανακτήσου / ανακτηθείτε; use depends on the meaning and context.
Ανακτήστε τα αρχεία. — Recover the files.
Command versus past: ανάκτησε is the affirmative command; ανέκτησε is past indicative. Να ανακτήσετε is subjunctive, not the affirmative imperative.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: ανακτώντας; ανακτώμενος, ανακτώμενη, ανακτώμενο.
Perfect participial constructions: έχοντας ανακτήσει / έχοντας ανακτηθεί.
Passive participle: ανακτημένος, ανακτημένη, ανακτημένο. This can describe a state or result; it is not automatically interchangeable with the compound perfect.
Invariant compound-tense forms: ανακτήσει / ανακτηθεί; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/anakto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.