ελπίζω (elpizo) — to hope

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ελπίζω means to hope, often followed by να + a verb or ότι + a clause.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ελπίζω
εσύ — you ελπίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ελπίζει
εμείς — we ελπίζουμε, ελπίζομε
εσείς — you (plural / polite) ελπίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ελπίζουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έλπιζα, ήλπιζα
εσύ — you έλπιζες, ήλπιζες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έλπιζε, ήλπιζε
εμείς — we ελπίζαμε
εσείς — you (plural / polite) ελπίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έλπιζαν, ήλπιζαν, ελπίζαν(ε), ηλπίζαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έλπισα, ήλπισα
εσύ — you έλπισες, ήλπισες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έλπισε, ήλπισε
εμείς — we ελπίσαμε
εσείς — you (plural / polite) ελπίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έλπισαν, ήλπισαν, ελπίσαν(ε), ηλπίσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω ελπίσει
εσύ — you έχεις ελπίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ελπίσει
εμείς — we έχουμε ελπίσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε ελπίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ελπίσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα ελπίσει
εσύ — you είχες ελπίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ελπίσει
εμείς — we είχαμε ελπίσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε ελπίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ελπίσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα ελπίζω
εσύ — you θα ελπίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ελπίζει
εμείς — we θα ελπίζουμε, θα ελπίζομε
εσείς — you (plural / polite) θα ελπίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ελπίζουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα ελπίσω
εσύ — you θα ελπίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ελπίσει
εμείς — we θα ελπίσουμε, θα ελπίσομε
εσείς — you (plural / polite) θα ελπίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ελπίσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω ελπίσει
εσύ — you θα έχεις ελπίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ελπίσει
εμείς — we θα έχουμε ελπίσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ελπίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ελπίσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να ελπίζω
εσύ — you να ελπίζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ελπίζει
εμείς — we να ελπίζουμε, να ελπίζομε
εσείς — you (plural / polite) να ελπίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ελπίζουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να ελπίσω
εσύ — you να ελπίσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ελπίσει
εμείς — we να ελπίσουμε, να ελπίσομε
εσείς — you (plural / polite) να ελπίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ελπίσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω ελπίσει
εσύ — you να έχεις ελπίσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ελπίσει
εμείς — we να έχουμε ελπίσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ελπίσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ελπίσει

Imperative · Προστακτική

The continuous commands έλπιζε / ελπίζετε are commoner in encouragements to keep hoping.

Simple: έλπισε (εσύ); ελπίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • There is no ordinary personal passive paradigm in this learner table.
  • έλπιζα / ήλπιζα and έλπισα / ήλπισα are variants; forms with η are more learned. Plural ελπίζαμε / ελπίσαμε is the usual choice here.
  • The simple plural command is ελπίστε, not the finite form ελπίσετε.

Ελπίζω να είσαι καλά.

I hope you are well.

Έλπιζα ότι θα ερχόσουν.

I hoped you would come.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ελπίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/elpizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /elpizo/