ελευθερώνω (eleutherono) — to free

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ελευθερώνω means to free, release or clear something. ελευθερώνομαι means to become free, be released or free oneself.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ελευθερώνω ελευθερώνομαι
εσύ — you ελευθερώνεις ελευθερώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ελευθερώνει ελευθερώνεται
εμείς — we ελευθερώνουμε, ελευθερώνομε ελευθερωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ελευθερώνετε ελευθερώνεστε, ελευθερωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ελευθερώνουν(ε) ελευθερώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ελευθέρωνα ελευθερωνόμουν(α)
εσύ — you ελευθέρωνες ελευθερωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ελευθέρωνε ελευθερωνόταν(ε)
εμείς — we ελευθερώναμε ελευθερωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ελευθερώνατε ελευθερωνόσαστε, ελευθερωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ελευθέρωναν, ελευθερώναν(ε) ελευθερώνονταν, ελευθερωνόντανε, ελευθερωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ελευθέρωσα ελευθερώθηκα
εσύ — you ελευθέρωσες ελευθερώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ελευθέρωσε ελευθερώθηκε
εμείς — we ελευθερώσαμε ελευθερωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ελευθερώσατε ελευθερωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ελευθέρωσαν, ελευθερώσαν(ε) ελευθερώθηκαν, ελευθερωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ελευθερώσει έχω ελευθερωθεί
εσύ — you έχεις ελευθερώσει έχεις ελευθερωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ελευθερώσει έχει ελευθερωθεί
εμείς — we έχουμε ελευθερώσει έχουμε ελευθερωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ελευθερώσει έχετε ελευθερωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ελευθερώσει έχουν ελευθερωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ελευθερώσει είχα ελευθερωθεί
εσύ — you είχες ελευθερώσει είχες ελευθερωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ελευθερώσει είχε ελευθερωθεί
εμείς — we είχαμε ελευθερώσει είχαμε ελευθερωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ελευθερώσει είχατε ελευθερωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ελευθερώσει είχαν ελευθερωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ελευθερώνω θα ελευθερώνομαι
εσύ — you θα ελευθερώνεις θα ελευθερώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ελευθερώνει θα ελευθερώνεται
εμείς — we θα ελευθερώνουμε, θα ελευθερώνομε θα ελευθερωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ελευθερώνετε θα ελευθερώνεστε, θα ελευθερωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ελευθερώνουν(ε) θα ελευθερώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ελευθερώσω θα ελευθερωθώ
εσύ — you θα ελευθερώσεις θα ελευθερωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ελευθερώσει θα ελευθερωθεί
εμείς — we θα ελευθερώσουμε, θα ελευθερώσομε θα ελευθερωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ελευθερώσετε θα ελευθερωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ελευθερώσουν θα ελευθερωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ελευθερώσει θα έχω ελευθερωθεί
εσύ — you θα έχεις ελευθερώσει θα έχεις ελευθερωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ελευθερώσει θα έχει ελευθερωθεί
εμείς — we θα έχουμε ελευθερώσει θα έχουμε ελευθερωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ελευθερώσει θα έχετε ελευθερωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ελευθερώσει θα έχουν ελευθερωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ελευθερώνω να ελευθερώνομαι
εσύ — you να ελευθερώνεις να ελευθερώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ελευθερώνει να ελευθερώνεται
εμείς — we να ελευθερώνουμε, να ελευθερώνομε να ελευθερωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ελευθερώνετε να ελευθερώνεστε, να ελευθερωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ελευθερώνουν(ε) να ελευθερώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ελευθερώσω να ελευθερωθώ
εσύ — you να ελευθερώσεις να ελευθερωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ελευθερώσει να ελευθερωθεί
εμείς — we να ελευθερώσουμε, να ελευθερώσομε να ελευθερωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να ελευθερώσετε να ελευθερωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ελευθερώσουν(ε) να ελευθερωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ελευθερώσει να έχω ελευθερωθεί
εσύ — you να έχεις ελευθερώσει να έχεις ελευθερωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ελευθερώσει να έχει ελευθερωθεί
εμείς — we να έχουμε ελευθερώσει να έχουμε ελευθερωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ελευθερώσει να έχετε ελευθερωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ελευθερώσει να έχουν ελευθερωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous ελευθέρωνε ελευθερώνετε — ελευθερώνεστε
Simple ελευθέρωσε ελευθερώστε ελευθερώσου ελευθερωθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • ελευθερωμένος, -η, -ο describes someone or something released. The adjective ελεύθερος, -η, -ο has the broader meaning free or available.

Ελευθέρωσε λίγο χώρο στο γραφείο.

Clear some space on the desk.

Το πουλί ελευθερώθηκε.

The bird was released.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ελευθερώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/eleutherono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /eleutherono/