ελέγχω (elenxo) — to check; to control

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ελέγχω means to check, inspect, verify or control. The passive ελέγχομαι means to be checked or controlled.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ελέγχω ελέγχομαι
εσύ — you ελέγχεις ελέγχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ελέγχει ελέγχεται
εμείς — we ελέγχουμε, ελέγχομε ελεγχόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ελέγχετε ελέγχεστε, ελεγχόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ελέγχουν(ε) ελέγχονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έλεγχα ελεγχόμουν(α)
εσύ — you έλεγχες ελεγχόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έλεγχε ελεγχόταν(ε)
εμείς — we ελέγχαμε ελεγχόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ελέγχατε ελεγχόσαστε, ελεγχόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έλεγχαν, ελέγχαν(ε) ελέγχονταν, ελεγχόντανε, ελεγχόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έλεγξα ελέγχθηκα, ελέγχτηκα
εσύ — you έλεγξες ελέγχθηκες, ελέγχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έλεγξε ελέγχθηκε, ελέγχτηκε
εμείς — we ελέγξαμε ελεγχθήκαμε, ελεγχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ελέγξατε ελεγχθήκατε, ελεγχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έλεγξαν, ελέγξαν(ε) ελέγχθηκαν/ελέγχτηκαν, ελεγχθήκαν(ε)/ελεγχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ελέγξει έχω ελεγχθεί
εσύ — you έχεις ελέγξει έχεις ελεγχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ελέγξει έχει ελεγχθεί
εμείς — we έχουμε ελέγξει έχουμε ελεγχθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ελέγξει έχετε ελεγχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ελέγξει έχουν ελεγχθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ελέγξει είχα ελεγχθεί
εσύ — you είχες ελέγξει είχες ελεγχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ελέγξει είχε ελεγχθεί
εμείς — we είχαμε ελέγξει είχαμε ελεγχθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ελέγξει είχατε ελεγχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ελέγξει είχαν ελεγχθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ελέγχω θα ελέγχομαι
εσύ — you θα ελέγχεις θα ελέγχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ελέγχει θα ελέγχεται
εμείς — we θα ελέγχουμε, θα ελέγχομε θα ελεγχόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ελέγχετε θα ελέγχεστε, θα ελεγχόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ελέγχουν(ε) θα ελέγχονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ελέγξω θα ελεγχθώ, θα ελεγχτώ
εσύ — you θα ελέγξεις θα ελεγχθείς, θα ελεγχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ελέγξει θα ελεγχθεί, θα ελεγχτεί
εμείς — we θα ελέγξουμε, θα ελέγξομε θα ελεγχθούμε, θα ελεγχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ελέγξετε θα ελεγχθείτε, θα ελεγχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ελέγξουν(ε) θα ελεγχθούν(ε), θα ελεγχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ελέγξει θα έχω ελεγχθεί
εσύ — you θα έχεις ελέγξει θα έχεις ελεγχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ελέγξει θα έχει ελεγχθεί
εμείς — we θα έχουμε ελέγξει θα έχουμε ελεγχθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ελέγξει θα έχετε ελεγχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ελέγξει θα έχουν ελεγχθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ελέγχω να ελέγχομαι
εσύ — you να ελέγχεις να ελέγχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ελέγχει να ελέγχεται
εμείς — we να ελέγχουμε, να ελέγχομε να ελεγχόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ελέγχετε να ελέγχεστε, να ελεγχόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ελέγχουν(ε) να ελέγχονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ελέγξω να ελεγχθώ, να ελεγχτώ
εσύ — you να ελέγξεις να ελεγχθείς, να ελεγχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ελέγξει να ελεγχθεί, να ελεγχτεί
εμείς — we να ελέγξουμε, να ελέγξομε να ελεγχθούμε, να ελεγχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να ελέγξετε να ελεγχθείτε, να ελεγχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ελέγξουν(ε) να ελεγχθούν(ε), να ελεγχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ελέγξει να έχω ελεγχθεί
εσύ — you να έχεις ελέγξει να έχεις ελεγχθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ελέγξει να έχει ελεγχθεί
εμείς — we να έχουμε ελέγξει να έχουμε ελεγχθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ελέγξει να έχετε ελεγχθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ελέγξει να έχουν ελεγχθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous έλεγχε ελέγχετε — ελέγχεστε
Simple έλεγξε ελέγξτε ελέγξου ελεγχθείτε, ελεγχτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The compound tables use ελεγχθεί; ελεγχτεί is also used. The result participle is ελεγμένος, -η, -ο.
  • The simple plural command is ελέγξτε; ελέγξετε is a finite form used after να or θα.

Ελέγξτε τα στοιχεία σας.

Check your details.

Το σύστημα έχει ελεγχθεί.

The system has been checked.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ελέγχω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/elenxo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /elenxo/