μιμούμαι (mimoumai) — to imitate

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

μιμούμαι means to imitate. It has middle endings and an active meaning.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I μιμούμαι
εσύ — you μιμείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μιμείται
εμείς — we μιμούμαστε
εσείς — you (plural / polite) μιμείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μιμούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I μιμούμουν
εσύ — you μιμούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μιμούνταν, μιμείτο
εμείς — we μιμούμασταν
εσείς — you (plural / polite) μιμούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they μιμούνταν, μιμούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I μιμήθηκα
εσύ — you μιμήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μιμήθηκε
εμείς — we μιμηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) μιμηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μιμήθηκαν, μιμηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω μιμηθεί
εσύ — you έχεις μιμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει μιμηθεί
εμείς — we έχουμε μιμηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε μιμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν μιμηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα μιμηθεί
εσύ — you είχες μιμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε μιμηθεί
εμείς — we είχαμε μιμηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε μιμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν μιμηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα μιμούμαι
εσύ — you θα μιμείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μιμείται
εμείς — we θα μιμούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα μιμείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μιμούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα μιμηθώ
εσύ — you θα μιμηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μιμηθεί
εμείς — we θα μιμηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα μιμηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μιμηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω μιμηθεί
εσύ — you θα έχεις μιμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει μιμηθεί
εμείς — we θα έχουμε μιμηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε μιμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν μιμηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να μιμούμαι
εσύ — you να μιμείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μιμείται
εμείς — we να μιμούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να μιμείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μιμούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να μιμηθώ
εσύ — you να μιμηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μιμηθεί
εμείς — we να μιμηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να μιμηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μιμηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω μιμηθεί
εσύ — you να έχεις μιμηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει μιμηθεί
εμείς — we να έχουμε μιμηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε μιμηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν μιμηθεί

Imperative · Προστακτική

Simple: μιμήσου (εσύ); μιμηθείτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The imperfect forms μιμείτο and μιμούντο are learned alternatives. The perfective series is μιμήθηκα, θα μιμηθώ, έχω μιμηθεί.

Το παιδί μιμείται τη φωνή μου.

The child imitates my voice.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μιμούμαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/mimoumai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /mimoumai/