Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
βυζαίνω — to suckle; to suck
A colloquial word. Depending on context it can describe a baby suckling, breastfeeding, or sucking something such as a thumb. Θηλάζω is often the more neutral word for nursing.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βυζαίνω | βυζαίνομαι |
| εσύ — you | βυζαίνεις | βυζαίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βυζαίνει | βυζαίνεται |
| εμείς — we | βυζαίνουμε, βυζαίνομε | βυζαινόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | βυζαίνετε | βυζαίνεστε, βυζαινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βυζαίνουν(ε) | βυζαίνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βύζαινα | βυζαινόμουν(α) |
| εσύ — you | βύζαινες | βυζαινόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βύζαινε | βυζαινόταν(ε) |
| εμείς — we | βυζαίναμε | βυζαινόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | βυζαίνατε | βυζαινόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βύζαιναν, βυζαίναν(ε) | βυζαίνονταν, βυζαινόντανε, βυζαινόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βύζαξα | βυζάχτηκα |
| εσύ — you | βύζαξες | βυζάχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βύζαξε | βυζάχτηκε |
| εμείς — we | βυζάξαμε | βυζαχτήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βυζάξατε | βυζαχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βύζαξαν, βυζάξαν(ε) | βυζάχτηκαν, βυζαχτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω βυζάξει | έχω βυζαχτεί |
| εσύ — you | έχεις βυζάξει | έχεις βυζαχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει βυζάξει | έχει βυζαχτεί |
| εμείς — we | έχουμε βυζάξει | έχουμε βυζαχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε βυζάξει | έχετε βυζαχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν βυζάξει | έχουν βυζαχτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα βυζάξει | είχα βυζαχτεί |
| εσύ — you | είχες βυζάξει | είχες βυζαχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε βυζάξει | είχε βυζαχτεί |
| εμείς — we | είχαμε βυζάξει | είχαμε βυζαχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε βυζάξει | είχατε βυζαχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν βυζάξει | είχαν βυζαχτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βυζαίνω | θα βυζαίνομαι |
| εσύ — you | θα βυζαίνεις | θα βυζαίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βυζαίνει | θα βυζαίνεται |
| εμείς — we | θα βυζαίνουμε, θα βυζαίνομε | θα βυζαινόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βυζαίνετε | θα βυζαίνεστε, θα βυζαινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βυζαίνουν(ε) | θα βυζαίνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βυζάξω | θα βυζαχτώ |
| εσύ — you | θα βυζάξεις | θα βυζαχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βυζάξει | θα βυζαχτεί |
| εμείς — we | θα βυζάξουμε, θα βυζάξομε | θα βυζαχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βυζάξετε | θα βυζαχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βυζάξουν(ε) | θα βυζαχτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω βυζάξει | θα έχω βυζαχτεί |
| εσύ — you | θα έχεις βυζάξει | θα έχεις βυζαχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει βυζάξει | θα έχει βυζαχτεί |
| εμείς — we | θα έχουμε βυζάξει | θα έχουμε βυζαχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε βυζάξει | θα έχετε βυζαχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν βυζάξει | θα έχουν βυζαχτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βυζαίνω | να βυζαίνομαι |
| εσύ — you | να βυζαίνεις | να βυζαίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βυζαίνει | να βυζαίνεται |
| εμείς — we | να βυζαίνουμε, να βυζαίνομε | να βυζαινόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βυζαίνετε | να βυζαίνεστε, να βυζαινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βυζαίνουν(ε) | να βυζαίνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βυζάξω | να βυζαχτώ |
| εσύ — you | να βυζάξεις | να βυζαχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βυζάξει | να βυζαχτεί |
| εμείς — we | να βυζάξουμε, να βυζάξομε | να βυζαχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βυζάξετε | να βυζαχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βυζάξουν(ε) | να βυζαχτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω βυζάξει | να έχω βυζαχτεί |
| εσύ — you | να έχεις βυζάξει | να έχεις βυζαχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει βυζάξει | να έχει βυζαχτεί |
| εμείς — we | να έχουμε βυζάξει | να έχουμε βυζαχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε βυζάξει | να έχετε βυζαχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν βυζάξει | να έχουν βυζαχτεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | βύζαινε | βυζαίνετε | — | — |
| Simple | βύζαξε | βυζάξτε | — | — |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Past: βύζαξα; active dependent form: βυζάξει; passive past: βυζάχτηκα; passive dependent form: βυζαχτεί.
- Correct continuous singular imperative: βύζαινε, with stress on βύ. The old form βυζάξσου is a spelling error; passive commands are not recommended as ordinary learner instructions.
- βυζαίνοντας — suckling / sucking; έχοντας βυζάξει — having suckled / sucked.
- βυζαγμένος, βυζαγμένη, βυζαγμένο is an agreeing participle, not a routine perfect-tense alternative.
- Negative: μη βυζαίνεις / μη βυζάξεις.
Το μωρό άρχισε να βυζαίνει.
The baby began to suckle.
Βυζαίνει το δάχτυλό του.
He is sucking his thumb.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βυζαίνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/buzaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/buzaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.