Everyday Greek · Core 100
θυμάμαι: core forms & usage
to remember
Θυμόμουν describes remembering over time; θυμήθηκα can mean that something came back to mind.
Θυμάμαι το πρώτο μου μάθημα ελληνικών.
I remember my first Greek lesson.
Coverage: this middle/passive-form verb; these endings do not necessarily express a passive meaning. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θυμάμαι |
| you (singular) | θυμάσαι |
| he / she / it | θυμάται |
| we | θυμόμαστε |
| you (plural or polite) | θυμάστε, θυμόσαστε |
| they | θυμούνται, θυμόνται |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θυμόμουν, θυμόμουνα |
| you (singular) | θυμόσουν, θυμόσουνα |
| he / she / it | θυμόταν, θυμότανε |
| we | θυμόμασταν |
| you (plural or polite) | θυμόσαστε, θυμόσασταν |
| they | θυμόνταν, θυμόντανε, θυμούνταν, θυμόντουσαν |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θυμήθηκα |
| you (singular) | θυμήθηκες |
| he / she / it | θυμήθηκε |
| we | θυμηθήκαμε |
| you (plural or polite) | θυμηθήκατε |
| they | θυμήθηκαν, θυμηθήκαν, θυμηθήκανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα θυμηθώ |
| you (singular) | θα θυμηθείς |
| he / she / it | θα θυμηθεί |
| we | θα θυμηθούμε |
| you (plural or polite) | θα θυμηθείτε |
| they | θα θυμηθούν, θα θυμηθούνε |
See this verb in use
Θυμάμαι το όνομά σου.
I remember your name.
Θυμάμαι means remember. Θυμίζω means remind: μου θυμίζεις κάτι means “you remind me of something”. The middle/passive endings of θυμάμαι do not give it a passive meaning.
Compare the meanings: θυμίζω (thimizo) — to remind
θυμάμαι — to remember.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θυμάμαι |
| εσύ — you | θυμάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θυμάται |
| εμείς — we | θυμόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θυμάστε, θυμόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θυμούνται, θυμόνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θυμόμουν(α) |
| εσύ — you | θυμόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θυμόταν(ε) |
| εμείς — we | θυμόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | θυμόσαστε, θυμόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θυμόνταν(ε), θυμούνταν, θυμόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θυμήθηκα |
| εσύ — you | θυμήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θυμήθηκε |
| εμείς — we | θυμηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θυμηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θυμήθηκαν, θυμηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω θυμηθεί |
| εσύ — you | έχεις θυμηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει θυμηθεί |
| εμείς — we | έχουμε θυμηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε θυμηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν θυμηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα θυμηθεί |
| εσύ — you | είχες θυμηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε θυμηθεί |
| εμείς — we | είχαμε θυμηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε θυμηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν θυμηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα θυμάμαι |
| εσύ — you | θα θυμάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα θυμάται |
| εμείς — we | θα θυμόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα θυμάστε, θα θυμόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα θυμούνται, θα θυμόνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα θυμηθώ |
| εσύ — you | θα θυμηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα θυμηθεί |
| εμείς — we | θα θυμηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα θυμηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα θυμηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω θυμηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις θυμηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει θυμηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε θυμηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε θυμηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν θυμηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να θυμάμαι |
| εσύ — you | να θυμάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να θυμάται |
| εμείς — we | να θυμόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να θυμάστε, να θυμόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να θυμούνται, να θυμόνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να θυμηθώ |
| εσύ — you | να θυμηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να θυμηθεί |
| εμείς — we | να θυμηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να θυμηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να θυμηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω θυμηθεί |
| εσύ — you | να έχεις θυμηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει θυμηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε θυμηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε θυμηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν θυμηθεί |
Imperative · Προστακτική
A common instruction is θυμήσου να + a verb.
Simple: θυμήσου (εσύ); θυμηθείτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- A middle-form verb with active meaning. θυμούμαι is a related present variant. θυμούμενος, -η, -ο means remembering; θυμισμένος belongs to the related θυμίζω series and should not replace έχω θυμηθεί.
Θυμήσου να κλείσεις την πόρτα.
Remember to close the door.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — θυμάμαι.
https://moderngreekverbs.com/thimamai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.