Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

υιοθετώ — to adopt

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

υιοθετώ — to adopt.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I υιοθετώ υιοθετούμαι
εσύ — you υιοθετείς υιοθετείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it υιοθετεί υιοθετείται
εμείς — we υιοθετούμε υιοθετούμαστε
εσείς — you (plural / polite) υιοθετείτε υιοθετείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they υιοθετούν(ε) υιοθετούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I υιοθετούσα υιοθετούμουν
εσύ — you υιοθετούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it υιοθετούσε υιοθετούνταν, υιοθετείτο
εμείς — we υιοθετούσαμε υιοθετούμασταν
εσείς — you (plural / polite) υιοθετούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they υιοθετούσαν(ε) υιοθετούνταν, υιοθετούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I υιοθέτησα υιοθετήθηκα
εσύ — you υιοθέτησες υιοθετήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it υιοθέτησε υιοθετήθηκε
εμείς — we υιοθετήσαμε υιοθετηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) υιοθετήσατε υιοθετηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they υιοθέτησαν, υιοθετήσαν(ε) υιοθετήθηκαν, υιοθετηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω υιοθετήσει έχω υιοθετηθεί
εσύ — you έχεις υιοθετήσει έχεις υιοθετηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει υιοθετήσει έχει υιοθετηθεί
εμείς — we έχουμε υιοθετήσει έχουμε υιοθετηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε υιοθετήσει έχετε υιοθετηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν υιοθετήσει έχουν υιοθετηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα υιοθετήσει είχα υιοθετηθεί
εσύ — you είχες υιοθετήσει είχες υιοθετηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε υιοθετήσει είχε υιοθετηθεί
εμείς — we είχαμε υιοθετήσει είχαμε υιοθετηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε υιοθετήσει είχατε υιοθετηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν υιοθετήσει είχαν υιοθετηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα υιοθετώ θα υιοθετούμαι
εσύ — you θα υιοθετείς θα υιοθετείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα υιοθετεί θα υιοθετείται
εμείς — we θα υιοθετούμε θα υιοθετούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα υιοθετείτε θα υιοθετείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα υιοθετούν(ε) θα υιοθετούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα υιοθετήσω θα υιοθετηθώ
εσύ — you θα υιοθετήσεις θα υιοθετηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα υιοθετήσει θα υιοθετηθεί
εμείς — we θα υιοθετήσουμε θα υιοθετηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα υιοθετήσετε θα υιοθετηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα υιοθετήσουν(ε) θα υιοθετηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω υιοθετήσει θα έχω υιοθετηθεί
εσύ — you θα έχεις υιοθετήσει θα έχεις υιοθετηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει υιοθετήσει θα έχει υιοθετηθεί
εμείς — we θα έχουμε υιοθετήσει θα έχουμε υιοθετηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε υιοθετήσει θα έχετε υιοθετηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν υιοθετήσει θα έχουν υιοθετηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να υιοθετώ να υιοθετούμαι
εσύ — you να υιοθετείς να υιοθετείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να υιοθετεί να υιοθετείται
εμείς — we να υιοθετούμε να υιοθετούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να υιοθετείτε να υιοθετείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να υιοθετούν(ε) να υιοθετούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να υιοθετήσω να υιοθετηθώ
εσύ — you να υιοθετήσεις να υιοθετηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να υιοθετήσει να υιοθετηθεί
εμείς — we να υιοθετήσουμε, να υιοθετήσομε να υιοθετηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να υιοθετήσετε να υιοθετηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να υιοθετήσουν(ε) να υιοθετηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω υιοθετήσει να έχω υιοθετηθεί
εσύ — you να έχεις υιοθετήσει να έχεις υιοθετηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει υιοθετήσει να έχει υιοθετηθεί
εμείς — we να έχουμε υιοθετήσει να έχουμε υιοθετηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε υιοθετήσει να έχετε υιοθετηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν υιοθετήσει να έχουν υιοθετηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous plural: υιοθετείτε.

Simple: υιοθέτησε (εσύ); υιοθετήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Can mean adopting a child or adopting an idea, policy, attitude or method. υιοθετούμαι means being adopted. υιοθετημένος, -η, -ο means adopted. Rare personal passive imperfect cells are not listed.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η επιτροπή υιοθέτησε την πρόταση.

The committee adopted the proposal.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — υιοθετώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/uiotheto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /uiotheto/