Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
υιοθετώ — to adopt.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | υιοθετώ | υιοθετούμαι |
| εσύ — you | υιοθετείς | υιοθετείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υιοθετεί | υιοθετείται |
| εμείς — we | υιοθετούμε | υιοθετούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | υιοθετείτε | υιοθετείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υιοθετούν(ε) | υιοθετούνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | υιοθετούσα | υιοθετούμουν |
| εσύ — you | υιοθετούσες | — |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υιοθετούσε | υιοθετούνταν, υιοθετείτο |
| εμείς — we | υιοθετούσαμε | υιοθετούμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | υιοθετούσατε | — |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υιοθετούσαν(ε) | υιοθετούνταν, υιοθετούντο |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | υιοθέτησα | υιοθετήθηκα |
| εσύ — you | υιοθέτησες | υιοθετήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υιοθέτησε | υιοθετήθηκε |
| εμείς — we | υιοθετήσαμε | υιοθετηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | υιοθετήσατε | υιοθετηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υιοθέτησαν, υιοθετήσαν(ε) | υιοθετήθηκαν, υιοθετηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω υιοθετήσει | έχω υιοθετηθεί |
| εσύ — you | έχεις υιοθετήσει | έχεις υιοθετηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει υιοθετήσει | έχει υιοθετηθεί |
| εμείς — we | έχουμε υιοθετήσει | έχουμε υιοθετηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε υιοθετήσει | έχετε υιοθετηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν υιοθετήσει | έχουν υιοθετηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα υιοθετήσει | είχα υιοθετηθεί |
| εσύ — you | είχες υιοθετήσει | είχες υιοθετηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε υιοθετήσει | είχε υιοθετηθεί |
| εμείς — we | είχαμε υιοθετήσει | είχαμε υιοθετηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε υιοθετήσει | είχατε υιοθετηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν υιοθετήσει | είχαν υιοθετηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα υιοθετώ | θα υιοθετούμαι |
| εσύ — you | θα υιοθετείς | θα υιοθετείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα υιοθετεί | θα υιοθετείται |
| εμείς — we | θα υιοθετούμε | θα υιοθετούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα υιοθετείτε | θα υιοθετείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα υιοθετούν(ε) | θα υιοθετούνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα υιοθετήσω | θα υιοθετηθώ |
| εσύ — you | θα υιοθετήσεις | θα υιοθετηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα υιοθετήσει | θα υιοθετηθεί |
| εμείς — we | θα υιοθετήσουμε | θα υιοθετηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα υιοθετήσετε | θα υιοθετηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα υιοθετήσουν(ε) | θα υιοθετηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω υιοθετήσει | θα έχω υιοθετηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις υιοθετήσει | θα έχεις υιοθετηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει υιοθετήσει | θα έχει υιοθετηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε υιοθετήσει | θα έχουμε υιοθετηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε υιοθετήσει | θα έχετε υιοθετηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν υιοθετήσει | θα έχουν υιοθετηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να υιοθετώ | να υιοθετούμαι |
| εσύ — you | να υιοθετείς | να υιοθετείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να υιοθετεί | να υιοθετείται |
| εμείς — we | να υιοθετούμε | να υιοθετούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να υιοθετείτε | να υιοθετείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να υιοθετούν(ε) | να υιοθετούνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να υιοθετήσω | να υιοθετηθώ |
| εσύ — you | να υιοθετήσεις | να υιοθετηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να υιοθετήσει | να υιοθετηθεί |
| εμείς — we | να υιοθετήσουμε, να υιοθετήσομε | να υιοθετηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να υιοθετήσετε | να υιοθετηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να υιοθετήσουν(ε) | να υιοθετηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω υιοθετήσει | να έχω υιοθετηθεί |
| εσύ — you | να έχεις υιοθετήσει | να έχεις υιοθετηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει υιοθετήσει | να έχει υιοθετηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε υιοθετήσει | να έχουμε υιοθετηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε υιοθετήσει | να έχετε υιοθετηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν υιοθετήσει | να έχουν υιοθετηθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous plural: υιοθετείτε.
Simple: υιοθέτησε (εσύ); υιοθετήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Can mean adopting a child or adopting an idea, policy, attitude or method. υιοθετούμαι means being adopted. υιοθετημένος, -η, -ο means adopted. Rare personal passive imperfect cells are not listed.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Η επιτροπή υιοθέτησε την πρόταση.
The committee adopted the proposal.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — υιοθετώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/uiotheto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/uiotheto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.