Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
υφίσταμαι — to undergo; suffer. In third-person present-stem use it can also mean exist.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | υφίσταμαι |
| εσύ — you | υφίστασαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υφίσταται |
| εμείς — we | υφιστάμεθα |
| εσείς — you (plural / polite) | υφίστασθε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υφίστανται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | — |
| εσύ — you | — |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υφίστατο |
| εμείς — we | — |
| εσείς — you (plural / polite) | — |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υφίσταντο |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | υπέστην |
| εσύ — you | υπέστης |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υπέστη |
| εμείς — we | υποστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | υποστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υπέστησαν |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω υποστεί |
| εσύ — you | έχεις υποστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει υποστεί |
| εμείς — we | έχουμε υποστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε υποστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν υποστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα υποστεί |
| εσύ — you | είχες υποστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε υποστεί |
| εμείς — we | είχαμε υποστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε υποστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν υποστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα υφίσταμαι |
| εσύ — you | θα υφίστασαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα υφίσταται |
| εμείς — we | θα υφιστάμεθα |
| εσείς — you (plural / polite) | θα υφίστασθε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα υφίστανται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα υποστώ |
| εσύ — you | θα υποστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα υποστεί |
| εμείς — we | θα υποστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα υποστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα υποστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω υποστεί |
| εσύ — you | θα έχεις υποστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει υποστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε υποστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε υποστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν υποστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να υφίσταμαι |
| εσύ — you | να υφίστασαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να υφίσταται |
| εμείς — we | να υφιστάμεθα |
| εσείς — you (plural / polite) | να υφίστασθε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να υφίστανται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να υποστώ |
| εσύ — you | να υποστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να υποστεί |
| εμείς — we | να υποστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να υποστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να υποστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω υποστεί |
| εσύ — you | να έχεις υποστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει υποστεί |
| εμείς — we | να έχουμε υποστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε υποστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν υποστεί |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The completed forms υπέστην, υπέστης, υπέστη, υποστήκαμε, υποστήκατε, υπέστησαν refer to undergoing or suffering something, not simply existing. Future: θα υποστώ; perfect: έχω υποστεί.
- The present paradigm is learned; only third-person imperfect υφίστατο / υφίσταντο is listed here. Personal past forms are uncommon.
- υφιστάμενος, -η, -ο can mean existing; as a noun it can also mean a subordinate.
Το κτίριο υπέστη σοβαρές ζημιές.
The building suffered serious damage.
Δεν υφίσταται τέτοιο ζήτημα.
No such issue exists.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — υφίσταμαι.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ufistamai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/ufistamai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.