Paristo

Paristo

ΠΑΡΙΣΤΑΜΑΙ
I am present
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
παρίσταμαι παριστάμεθα
παρίστασαι παρίστασθε
παρίσταται παρίστανται
Imper
fect
παριστάμην παριστάμεθα
παρίστασο παρίστασθε
παρίστατο παρίσταντο
Aorist παρέστην
παρέστης
παρέστη παρέστησαν
Perf
ect
έχω παραστεί έχουμε παραστεί
έχεις παραστεί έχετε παραστεί
έχει παραστεί έχουν παραστεί
Plu
perf
ect
είχα παραστεί είχαμε παραστεί
είχες παραστεί είχατε παραστεί
είχε παραστεί είχαν παραστεί
Fut
ure
Cont
inuous
θα παρίσταμαι θα παριστάμεθα
θα παρίστασαι θα παρίστασθε
θα παρίσταται θα παρίστανται
Simp
Fut
θα παραστώ θα παραστούμε
θα παραστείς θα παραστείτε
θα παραστεί θα παραστούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω παραστεί θα έχουμε παραστεί
θα έχεις παραστεί θα έχετε παραστεί
θα έχει παραστεί θα έχουν παραστεί
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να παρίσταμαι να παριστάμεθα
να παρίστασαι να παρίστασθε
να παρίσταται να παρίστανται
Aorist να παραστώ να παραστούμε
να παραστείς να παραστείτε
να παραστεί να παραστούν(ε)
Perf να έχω παραστεί να έχουμε παραστεί
να έχεις παραστεί να έχετε παραστεί
να έχει παραστεί να έχουν παραστεί
Imper
ative
Pres παριστάσθε
Aorist παραστήσου παραστείτε
Part
iciple
Pres παριστάμενος
Perf
Infin Aorist παραστεί


2017-03-22T01:56:18+00:00