Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
υπακούω — to obey; comply with.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | υπακούω |
| εσύ — you | υπακούς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υπακούει |
| εμείς — we | υπακούμε, υπακούουμε |
| εσείς — you (plural / polite) | υπακούτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υπακούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | υπάκουγα |
| εσύ — you | υπάκουγες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υπάκουγε |
| εμείς — we | υπακούγαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | υπακούγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υπάκουγαν, υπακούγαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | υπάκουσα |
| εσύ — you | υπάκουσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υπάκουσε |
| εμείς — we | υπακούσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | υπακούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υπάκουσαν, υπακούσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω υπακούσει |
| εσύ — you | έχεις υπακούσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει υπακούσει |
| εμείς — we | έχουμε υπακούσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε υπακούσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν υπακούσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα υπακούσει |
| εσύ — you | είχες υπακούσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε υπακούσει |
| εμείς — we | είχαμε υπακούσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε υπακούσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν υπακούσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα υπακούω |
| εσύ — you | θα υπακούς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα υπακούει |
| εμείς — we | θα υπακούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα υπακούτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα υπακούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα υπακούσω |
| εσύ — you | θα υπακούσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα υπακούσει |
| εμείς — we | θα υπακούσουμε, θα υπακούσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα υπακούσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα υπακούσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω υπακούσει |
| εσύ — you | θα έχεις υπακούσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει υπακούσει |
| εμείς — we | θα έχουμε υπακούσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε υπακούσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν υπακούσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να υπακούω |
| εσύ — you | να υπακούς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να υπακούει |
| εμείς — we | να υπακούμε, να υπακούουμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να υπακούτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να υπακούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να υπακούσω |
| εσύ — you | να υπακούσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να υπακούσει |
| εμείς — we | να υπακούσουμε, να υπακούσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να υπακούσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να υπακούσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω υπακούσει |
| εσύ — you | να έχεις υπακούσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει υπακούσει |
| εμείς — we | να έχουμε υπακούσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε υπακούσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν υπακούσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: υπάκουγε (εσύ), υπακούτε (εσείς).
Simple: υπάκουσε (εσύ); υπακούστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Used with σε for the person, rule or instruction obeyed. The -γ- imperfect forms υπάκουγα, υπάκουγες are colloquial variants; the perfective stem is υπακουσ-.
Υπακούει στους κανόνες.
She obeys the rules.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — υπακούω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/upakouo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/upakouo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.