σχηματίζω (sximatizo) — to form

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σχηματίζω — to form; shape.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σχηματίζω σχηματίζομαι
εσύ — you σχηματίζεις σχηματίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σχηματίζει σχηματίζεται
εμείς — we σχηματίζουμε, σχηματίζομε σχηματιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) σχηματίζετε σχηματίζεστε, σχηματιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σχηματίζουν(ε) σχηματίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σχημάτιζα σχηματιζόμουν(α)
εσύ — you σχημάτιζες σχηματιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σχημάτιζε σχηματιζόταν(ε)
εμείς — we σχηματίζαμε σχηματιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) σχηματίζατε σχηματιζόσαστε, σχηματιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they σχημάτιζαν, σχηματίζαν(ε) σχηματίζονταν, σχηματιζόντανε, σχηματιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σχημάτισα σχηματίστηκα
εσύ — you σχημάτισες σχηματίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σχημάτισε σχηματίστηκε
εμείς — we σχηματίσαμε σχηματιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σχηματίσατε σχηματιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σχημάτισαν, σχηματίσαν(ε) σχηματίστηκαν, σχηματιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω σχηματίσει έχω σχηματιστεί
εσύ — you έχεις σχηματίσει έχεις σχηματιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σχηματίσει έχει σχηματιστεί
εμείς — we έχουμε σχηματίσει έχουμε σχηματιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σχηματίσει έχετε σχηματιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σχηματίσει έχουν σχηματιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα σχηματίσει είχα σχηματιστεί
εσύ — you είχες σχηματίσει είχες σχηματιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σχηματίσει είχε σχηματιστεί
εμείς — we είχαμε σχηματίσει είχαμε σχηματιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σχηματίσει είχατε σχηματιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σχηματίσει είχαν σχηματιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σχηματίζω θα σχηματίζομαι
εσύ — you θα σχηματίζεις θα σχηματίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σχηματίζει θα σχηματίζεται
εμείς — we θα σχηματίζουμε, θα σχηματίζομε θα σχηματιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σχηματίζετε θα σχηματίζεστε, θα σχηματιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σχηματίζουν(ε) θα σχηματίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σχηματίσω θα σχηματιστώ
εσύ — you θα σχηματίσεις θα σχηματιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σχηματίσει θα σχηματιστεί
εμείς — we θα σχηματίσουμε, θα σχηματίσομε θα σχηματιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σχηματίσετε θα σχηματιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σχηματίσουν(ε) θα σχηματιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω σχηματίσει θα έχω σχηματιστεί
εσύ — you θα έχεις σχηματίσει θα έχεις σχηματιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σχηματίσει θα έχει σχηματιστεί
εμείς — we θα έχουμε σχηματίσει θα έχουμε σχηματιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σχηματίσει θα έχετε σχηματιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σχηματίσει θα έχουν σχηματιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σχηματίζω να σχηματίζομαι
εσύ — you να σχηματίζεις να σχηματίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σχηματίζει να σχηματίζεται
εμείς — we να σχηματίζουμε, να σχηματίζομε να σχηματιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σχηματίζετε να σχηματίζεστε, να σχηματιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σχηματίζουν(ε) να σχηματίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σχηματίσω να σχηματιστώ
εσύ — you να σχηματίσεις να σχηματιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σχηματίσει να σχηματιστεί
εμείς — we να σχηματίσουμε, να σχηματίσομε να σχηματιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να σχηματίσετε να σχηματιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σχηματίσουν(ε) να σχηματιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω σχηματίσει να έχω σχηματιστεί
εσύ — you να έχεις σχηματίσει να έχεις σχηματιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σχηματίσει να έχει σχηματιστεί
εμείς — we να έχουμε σχηματίσει να έχουμε σχηματιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σχηματίσει να έχετε σχηματιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σχηματίσει να έχουν σχηματιστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: σχημάτιζε (εσύ), σχηματίζετε (εσείς).

Simple: σχημάτισε (εσύ); σχηματίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • σχηματίζομαι can mean being formed or taking shape. σχηματισμένος, -η, -ο describes something formed or shaped.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Σχηματίστηκε μια μεγάλη ουρά.

A long queue formed.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σχηματίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/sximatizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /sximatizo/