συζητάω (suzitao) — to discuss

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

συζητάω / συζητώ — to discuss.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συζητάω, συζητώ συζητιέμαι
εσύ — you συζητάς συζητιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συζητάει, συζητά συζητιέται
εμείς — we συζητάμε, συζητούμε συζητιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) συζητάτε συζητιέστε, συζητιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συζητάν(ε), συζητούν(ε) συζητιούνται, συζητιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συζητούσα, συζήταγα συζητιόμουν(α)
εσύ — you συζητούσες, συζήταγες συζητιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συζητούσε, συζήταγε συζητιόταν(ε)
εμείς — we συζητούσαμε, συζητάγαμε συζητιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) συζητούσατε, συζητάγατε συζητιόσαστε, συζητιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they συζητούσαν(ε), συζήταγαν, συζητάγανε συζητιόνταν(ε), συζητιούνταν, συζητιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συζήτησα συζητήθηκα
εσύ — you συζήτησες συζητήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συζήτησε συζητήθηκε
εμείς — we συζητήσαμε συζητηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) συζητήσατε συζητηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συζήτησαν, συζητήσαν(ε) συζητήθηκαν, συζητηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω συζητήσει έχω συζητηθεί
εσύ — you έχεις συζητήσει έχεις συζητηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει συζητήσει έχει συζητηθεί
εμείς — we έχουμε συζητήσει έχουμε συζητηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε συζητήσει έχετε συζητηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν συζητήσει έχουν συζητηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα συζητήσει είχα συζητηθεί
εσύ — you είχες συζητήσει είχες συζητηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε συζητήσει είχε συζητηθεί
εμείς — we είχαμε συζητήσει είχαμε συζητηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε συζητήσει είχατε συζητηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν συζητήσει είχαν συζητηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συζητάω, θα συζητώ θα συζητιέμαι
εσύ — you θα συζητάς θα συζητιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συζητάει, θα συζητά θα συζητιέται
εμείς — we θα συζητάμε, θα συζητούμε θα συζητιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα συζητάτε θα συζητιέστε, θα συζητιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συζητάν(ε), θα συζητούν(ε) θα συζητιούνται, θα συζητιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συζητήσω θα συζητηθώ
εσύ — you θα συζητήσεις θα συζητηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συζητήσει θα συζητηθεί
εμείς — we θα συζητήσουμε, θα συζητήσομε θα συζητηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα συζητήσετε θα συζητηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συζητήσουν(ε) θα συζητηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω συζητήσει θα έχω συζητηθεί
εσύ — you θα έχεις συζητήσει θα έχεις συζητηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει συζητήσει θα έχει συζητηθεί
εμείς — we θα έχουμε συζητήσει θα έχουμε συζητηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε συζητήσει θα έχετε συζητηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν συζητήσει θα έχουν συζητηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συζητάω, να συζητώ να συζητιέμαι
εσύ — you να συζητάς να συζητιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συζητάει, να συζητά να συζητιέται
εμείς — we να συζητάμε, να συζητούμε να συζητιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να συζητάτε να συζητιέστε, να συζητιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συζητάν(ε), να συζητούν(ε) να συζητιούνται, να συζητιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συζητήσω να συζητηθώ
εσύ — you να συζητήσεις να συζητηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συζητήσει να συζητηθεί
εμείς — we να συζητήσουμε, να συζητήσομε να συζητηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να συζητήσετε να συζητηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συζητήσουν(ε) να συζητηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω συζητήσει να έχω συζητηθεί
εσύ — you να έχεις συζητήσει να έχεις συζητηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει συζητήσει να έχει συζητηθεί
εμείς — we να έχουμε συζητήσει να έχουμε συζητηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε συζητήσει να έχετε συζητηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν συζητήσει να έχουν συζητηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: συζήτα (εσύ), συζητάτε (εσείς).

Simple: συζήτησε (εσύ); συζητήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The passive usually describes a topic being discussed or a person being talked about; συζητιέμαι does not ordinarily mean I discuss. συζητημένος, -η, -ο means discussed.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Συζητήσαμε το πρόβλημα μαζί.

We discussed the problem together.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συζητώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/suzitao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /suzitao/