σχολιάζω (sxoliazo) — to comment

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σχολιάζω — to comment on.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σχολιάζω σχολιάζομαι
εσύ — you σχολιάζεις σχολιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σχολιάζει σχολιάζεται
εμείς — we σχολιάζουμε, σχολιάζομε σχολιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) σχολιάζετε σχολιάζεστε, σχολιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σχολιάζουν(ε) σχολιάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σχολίαζα σχολιαζόμουν(α)
εσύ — you σχολίαζες σχολιαζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σχολίαζε σχολιαζόταν(ε)
εμείς — we σχολιάζαμε σχολιαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) σχολιάζατε σχολιαζόσαστε, σχολιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they σχολίαζαν, σχολιάζαν(ε) σχολιάζονταν, σχολιαζόντανε, σχολιαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σχολίασα σχολιάστηκα
εσύ — you σχολίασες σχολιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σχολίασε σχολιάστηκε
εμείς — we σχολιάσαμε σχολιαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σχολιάσατε σχολιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σχολίασαν, σχολιάσαν(ε) σχολιάστηκαν, σχολιαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω σχολιάσει έχω σχολιαστεί
εσύ — you έχεις σχολιάσει έχεις σχολιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σχολιάσει έχει σχολιαστεί
εμείς — we έχουμε σχολιάσει έχουμε σχολιαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σχολιάσει έχετε σχολιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σχολιάσει έχουν σχολιαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα σχολιάσει είχα σχολιαστεί
εσύ — you είχες σχολιάσει είχες σχολιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σχολιάσει είχε σχολιαστεί
εμείς — we είχαμε σχολιάσει είχαμε σχολιαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σχολιάσει είχατε σχολιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σχολιάσει είχαν σχολιαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σχολιάζω θα σχολιάζομαι
εσύ — you θα σχολιάζεις θα σχολιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σχολιάζει θα σχολιάζεται
εμείς — we θα σχολιάζουμε, θα σχολιάζομε θα σχολιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σχολιάζετε θα σχολιάζεστε, θα σχολιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σχολιάζουν(ε) θα σχολιάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σχολιάσω θα σχολιαστώ
εσύ — you θα σχολιάσεις θα σχολιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σχολιάσει θα σχολιαστεί
εμείς — we θα σχολιάσουμε, θα σχολιάσομε θα σχολιαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σχολιάσετε θα σχολιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σχολιάσουν(ε) θα σχολιαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω σχολιάσει θα έχω σχολιαστεί
εσύ — you θα έχεις σχολιάσει θα έχεις σχολιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σχολιάσει θα έχει σχολιαστεί
εμείς — we θα έχουμε σχολιάσει θα έχουμε σχολιαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σχολιάσει θα έχετε σχολιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σχολιάσει θα έχουν σχολιαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σχολιάζω να σχολιάζομαι
εσύ — you να σχολιάζεις να σχολιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σχολιάζει να σχολιάζεται
εμείς — we να σχολιάζουμε, να σχολιάζομε να σχολιαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σχολιάζετε να σχολιάζεστε, να σχολιαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σχολιάζουν(ε) να σχολιάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σχολιάσω να σχολιαστώ
εσύ — you να σχολιάσεις να σχολιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σχολιάσει να σχολιαστεί
εμείς — we να σχολιάσουμε, να σχολιάσομε να σχολιαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να σχολιάσετε να σχολιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σχολιάσουν(ε) να σχολιαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω σχολιάσει να έχω σχολιαστεί
εσύ — you να έχεις σχολιάσει να έχεις σχολιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σχολιάσει να έχει σχολιαστεί
εμείς — we να έχουμε σχολιάσει να έχουμε σχολιαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σχολιάσει να έχετε σχολιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σχολιάσει να έχουν σχολιαστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: σχολίαζε (εσύ), σχολιάζετε (εσείς).

Simple: σχολίασε (εσύ); σχολιάστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Usually takes a direct object: σχολιάζω την είδηση. σχολιάζομαι means being commented on, sometimes with an implication of gossip or criticism. σχολιασμένος, -η, -ο can describe an annotated text.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Δεν θέλω να σχολιάσω την απόφαση.

I do not want to comment on the decision.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σχολιάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/sxoliazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /sxoliazo/