συκοφαντώ (sykofanto) — to slander

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

συκοφαντώ — to slander; defame.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συκοφαντώ συκοφαντούμαι
εσύ — you συκοφαντείς συκοφαντείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συκοφαντεί συκοφαντείται
εμείς — we συκοφαντούμε συκοφαντούμαστε
εσείς — you (plural / polite) συκοφαντείτε συκοφαντείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συκοφαντούν(ε) συκοφαντούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συκοφαντούσα συκοφαντούμουν
εσύ — you συκοφαντούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συκοφαντούσε συκοφαντούνταν, συκοφαντείτο
εμείς — we συκοφαντούσαμε συκοφαντούμασταν
εσείς — you (plural / polite) συκοφαντούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they συκοφαντούσαν(ε) συκοφαντούνταν, συκοφαντούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συκοφάντησα συκοφαντήθηκα
εσύ — you συκοφάντησες συκοφαντήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συκοφάντησε συκοφαντήθηκε
εμείς — we συκοφαντήσαμε συκοφαντηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) συκοφαντήσατε συκοφαντηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συκοφάντησαν, συκοφαντήσαν(ε) συκοφαντήθηκαν, συκοφαντηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω συκοφαντήσει έχω συκοφαντηθεί
εσύ — you έχεις συκοφαντήσει έχεις συκοφαντηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει συκοφαντήσει έχει συκοφαντηθεί
εμείς — we έχουμε συκοφαντήσει έχουμε συκοφαντηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε συκοφαντήσει έχετε συκοφαντηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν συκοφαντήσει έχουν συκοφαντηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα συκοφαντήσει είχα συκοφαντηθεί
εσύ — you είχες συκοφαντήσει είχες συκοφαντηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε συκοφαντήσει είχε συκοφαντηθεί
εμείς — we είχαμε συκοφαντήσει είχαμε συκοφαντηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε συκοφαντήσει είχατε συκοφαντηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν συκοφαντήσει είχαν συκοφαντηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συκοφαντώ θα συκοφαντούμαι
εσύ — you θα συκοφαντείς θα συκοφαντείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συκοφαντεί θα συκοφαντείται
εμείς — we θα συκοφαντούμε θα συκοφαντούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα συκοφαντείτε θα συκοφαντείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συκοφαντούν(ε) θα συκοφαντούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συκοφαντήσω θα συκοφαντηθώ
εσύ — you θα συκοφαντήσεις θα συκοφαντηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συκοφαντήσει θα συκοφαντηθεί
εμείς — we θα συκοφαντήσουμε θα συκοφαντηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα συκοφαντήσετε θα συκοφαντηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συκοφαντήσουν(ε) θα συκοφαντηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω συκοφαντήσει θα έχω συκοφαντηθεί
εσύ — you θα έχεις συκοφαντήσει θα έχεις συκοφαντηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει συκοφαντήσει θα έχει συκοφαντηθεί
εμείς — we θα έχουμε συκοφαντήσει θα έχουμε συκοφαντηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε συκοφαντήσει θα έχετε συκοφαντηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν συκοφαντήσει θα έχουν συκοφαντηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συκοφαντώ να συκοφαντούμαι
εσύ — you να συκοφαντείς να συκοφαντείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συκοφαντεί να συκοφαντείται
εμείς — we να συκοφαντούμε να συκοφαντούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να συκοφαντείτε να συκοφαντείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συκοφαντούν(ε) να συκοφαντούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συκοφαντήσω να συκοφαντηθώ
εσύ — you να συκοφαντήσεις να συκοφαντηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συκοφαντήσει να συκοφαντηθεί
εμείς — we να συκοφαντήσουμε, να συκοφαντήσομε να συκοφαντηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να συκοφαντήσετε να συκοφαντηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συκοφαντήσουν(ε) να συκοφαντηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω συκοφαντήσει να έχω συκοφαντηθεί
εσύ — you να έχεις συκοφαντήσει να έχεις συκοφαντηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει συκοφαντήσει να έχει συκοφαντηθεί
εμείς — we να έχουμε συκοφαντήσει να έχουμε συκοφαντηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε συκοφαντήσει να έχετε συκοφαντηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν συκοφαντήσει να έχουν συκοφαντηθεί

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The verb concerns damaging someone’s reputation with false accusations. συκοφαντούμαι means being slandered; συκοφαντημένος, -η, -ο describes the affected person. Rare personal passive imperfect cells are not listed.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Ισχυρίστηκε ότι τον συκοφάντησαν.

He claimed that they had slandered him.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συκοφαντώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/sykofanto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /sykofanto/