σκουπίζω (skoupizo) — to sweep; wipe

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σκουπίζω — to sweep; wipe.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σκουπίζω σκουπίζομαι
εσύ — you σκουπίζεις σκουπίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκουπίζει σκουπίζεται
εμείς — we σκουπίζουμε, σκουπίζομε σκουπιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) σκουπίζετε σκουπίζεστε, σκουπιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκουπίζουν(ε) σκουπίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σκούπιζα σκουπιζόμουν(α)
εσύ — you σκούπιζες σκουπιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκούπιζε σκουπιζόταν(ε)
εμείς — we σκουπίζαμε σκουπιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) σκουπίζατε σκουπιζόσαστε, σκουπιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκούπιζαν, σκουπίζαν(ε) σκουπίζονταν, σκουπιζόντανε, σκουπιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σκούπισα σκουπίστηκα
εσύ — you σκούπισες σκουπίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκούπισε σκουπίστηκε
εμείς — we σκουπίσαμε σκουπιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σκουπίσατε σκουπιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκούπισαν, σκουπίσαν(ε) σκουπίστηκαν, σκουπιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω σκουπίσει έχω σκουπιστεί
εσύ — you έχεις σκουπίσει έχεις σκουπιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σκουπίσει έχει σκουπιστεί
εμείς — we έχουμε σκουπίσει έχουμε σκουπιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σκουπίσει έχετε σκουπιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σκουπίσει έχουν σκουπιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα σκουπίσει είχα σκουπιστεί
εσύ — you είχες σκουπίσει είχες σκουπιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σκουπίσει είχε σκουπιστεί
εμείς — we είχαμε σκουπίσει είχαμε σκουπιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σκουπίσει είχατε σκουπιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σκουπίσει είχαν σκουπιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σκουπίζω θα σκουπίζομαι
εσύ — you θα σκουπίζεις θα σκουπίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σκουπίζει θα σκουπίζεται
εμείς — we θα σκουπίζουμε, θα σκουπίζομε θα σκουπιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σκουπίζετε θα σκουπίζεστε, θα σκουπιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σκουπίζουν(ε) θα σκουπίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σκουπίσω θα σκουπιστώ
εσύ — you θα σκουπίσεις θα σκουπιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σκουπίσει θα σκουπιστεί
εμείς — we θα σκουπίσουμε, θα σκουπίσομε θα σκουπιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σκουπίσετε θα σκουπιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σκουπίσουν(ε) θα σκουπιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω σκουπίσει θα έχω σκουπιστεί
εσύ — you θα έχεις σκουπίσει θα έχεις σκουπιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σκουπίσει θα έχει σκουπιστεί
εμείς — we θα έχουμε σκουπίσει θα έχουμε σκουπιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σκουπίσει θα έχετε σκουπιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σκουπίσει θα έχουν σκουπιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σκουπίζω να σκουπίζομαι
εσύ — you να σκουπίζεις να σκουπίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σκουπίζει να σκουπίζεται
εμείς — we να σκουπίζουμε, να σκουπίζομε να σκουπιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σκουπίζετε να σκουπίζεστε, να σκουπιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σκουπίζουν(ε) να σκουπίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σκουπίσω να σκουπιστώ
εσύ — you να σκουπίσεις να σκουπιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σκουπίσει να σκουπιστεί
εμείς — we να σκουπίσουμε, να σκουπίσομε να σκουπιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να σκουπίσετε να σκουπιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σκουπίσουν(ε) να σκουπιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω σκουπίσει να έχω σκουπιστεί
εσύ — you να έχεις σκουπίσει να έχεις σκουπιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σκουπίσει να έχει σκουπιστεί
εμείς — we να έχουμε σκουπίσει να έχουμε σκουπιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σκουπίσει να έχετε σκουπιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σκουπίσει να έχουν σκουπιστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous σκούπιζε σκουπίζετε — σκουπίζεστε
Simple σκούπισε σκουπίστε σκουπίσου σκουπιστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • σκουπίζω can mean sweeping a floor or wiping a surface. σκουπίζομαι commonly means wiping or drying oneself. σκουπισμένος, -η, -ο describes the resulting state.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Σκούπισε τα χέρια σου με την πετσέτα.

Wipe your hands with the towel.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σκουπίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/skoupizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /skoupizo/