σκορπίζω (skorpizo) — to scatter

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σκορπίζω — to scatter; disperse. Active and middle/passive forms are shown separately.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σκορπίζω σκορπίζομαι
εσύ — you σκορπίζεις σκορπίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκορπίζει σκορπίζεται
εμείς — we σκορπίζουμε, σκορπίζομε σκορπιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) σκορπίζετε σκορπίζεστε, σκορπιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκορπίζουν(ε) σκορπίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σκόρπιζα σκορπιζόμουν(α)
εσύ — you σκόρπιζες σκορπιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκόρπιζε σκορπιζόταν(ε)
εμείς — we σκορπίζαμε σκορπιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) σκορπίζατε σκορπιζόσαστε, σκορπιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκόρπιζαν, σκορπίζαν(ε) σκορπίζονταν, σκορπιζόντανε, σκορπιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σκόρπισα σκορπίστηκα
εσύ — you σκόρπισες σκορπίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκόρπισε σκορπίστηκε
εμείς — we σκορπίσαμε σκορπιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σκορπίσατε σκορπιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκόρπισαν, σκορπίσαν(ε) σκορπίστηκαν, σκορπιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω σκορπίσει έχω σκορπιστεί
εσύ — you έχεις σκορπίσει έχεις σκορπιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σκορπίσει έχει σκορπιστεί
εμείς — we έχουμε σκορπίσει έχουμε σκορπιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σκορπίσει έχετε σκορπιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σκορπίσει έχουν σκορπιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα σκορπίσει είχα σκορπιστεί
εσύ — you είχες σκορπίσει είχες σκορπιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σκορπίσει είχε σκορπιστεί
εμείς — we είχαμε σκορπίσει είχαμε σκορπιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σκορπίσει είχατε σκορπιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σκορπίσει είχαν σκορπιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σκορπίζω θα σκορπίζομαι
εσύ — you θα σκορπίζεις θα σκορπίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σκορπίζει θα σκορπίζεται
εμείς — we θα σκορπίζουμε, θα σκορπίζομε θα σκορπιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σκορπίζετε θα σκορπίζεστε, θα σκορπιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σκορπίζουν(ε) θα σκορπίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σκορπίσω θα σκορπιστώ
εσύ — you θα σκορπίσεις θα σκορπιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σκορπίσει θα σκορπιστεί
εμείς — we θα σκορπίσουμε, θα σκορπίσομε θα σκορπιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σκορπίσετε θα σκορπιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σκορπίσουν(ε) θα σκορπιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω σκορπίσει θα έχω σκορπιστεί
εσύ — you θα έχεις σκορπίσει θα έχεις σκορπιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σκορπίσει θα έχει σκορπιστεί
εμείς — we θα έχουμε σκορπίσει θα έχουμε σκορπιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σκορπίσει θα έχετε σκορπιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σκορπίσει θα έχουν σκορπιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σκορπίζω να σκορπίζομαι
εσύ — you να σκορπίζεις να σκορπίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σκορπίζει να σκορπίζεται
εμείς — we να σκορπίζουμε, να σκορπίζομε να σκορπιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σκορπίζετε να σκορπίζεστε, να σκορπιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σκορπίζουν(ε) να σκορπίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σκορπίσω να σκορπιστώ
εσύ — you να σκορπίσεις να σκορπιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σκορπίσει να σκορπιστεί
εμείς — we να σκορπίσουμε, να σκορπίσομε να σκορπιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να σκορπίσετε να σκορπιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σκορπίσουν(ε) να σκορπιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω σκορπίσει να έχω σκορπιστεί
εσύ — you να έχεις σκορπίσει να έχεις σκορπιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σκορπίσει να έχει σκορπιστεί
εμείς — we να έχουμε σκορπίσει να έχουμε σκορπιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σκορπίσει να έχετε σκορπιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σκορπίσει να έχουν σκορπιστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous σκόρπιζε σκορπίζετε — σκορπίζεστε
Simple σκόρπισε σκορπίστε σκορπίσου σκορπιστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • σκορπισμένος, -η, -ο means scattered. Both active and middle forms can describe things or people dispersing, depending on the construction.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Ο αέρας σκόρπισε τα φύλλα.

The wind scattered the leaves.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σκορπίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/skorpizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /skorpizo/