Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
σκληραίνω — to harden; become harder or make something harder.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
σκληραίνω |
| εσύ — you |
σκληραίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
σκληραίνει |
| εμείς — we |
σκληραίνουμε, σκληραίνομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
σκληραίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
σκληραίνουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
σκλήραινα |
| εσύ — you |
σκλήραινες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
σκλήραινε |
| εμείς — we |
σκληραίναμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
σκληραίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
σκλήραιναν, σκληραίναν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
σκλήρυνα |
| εσύ — you |
σκλήρυνες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
σκλήρυνε |
| εμείς — we |
σκληρύναμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
σκληρύνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
σκλήρυναν, σκληρύναν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έχω σκληρύνει |
| εσύ — you |
έχεις σκληρύνει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει σκληρύνει |
| εμείς — we |
έχουμε σκληρύνει |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε σκληρύνει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν σκληρύνει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
είχα σκληρύνει |
| εσύ — you |
είχες σκληρύνει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε σκληρύνει |
| εμείς — we |
είχαμε σκληρύνει |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε σκληρύνει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν σκληρύνει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα σκληραίνω |
| εσύ — you |
θα σκληραίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα σκληραίνει |
| εμείς — we |
θα σκληραίνουμε, θα σκληραίνομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα σκληραίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα σκληραίνουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα σκληρύνω |
| εσύ — you |
θα σκληρύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα σκληρύνει |
| εμείς — we |
θα σκληρύνουμε, θα σκληρύνομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα σκληρύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα σκληρύνουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα έχω σκληρύνει |
| εσύ — you |
θα έχεις σκληρύνει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει σκληρύνει |
| εμείς — we |
θα έχουμε σκληρύνει |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε σκληρύνει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν σκληρύνει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να σκληραίνω |
| εσύ — you |
να σκληραίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να σκληραίνει |
| εμείς — we |
να σκληραίνουμε, να σκληραίνομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να σκληραίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να σκληραίνουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να σκληρύνω |
| εσύ — you |
να σκληρύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να σκληρύνει |
| εμείς — we |
να σκληρύνουμε, να σκληρύνομε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να σκληρύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να σκληρύνουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να έχω σκληρύνει |
| εσύ — you |
να έχεις σκληρύνει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει σκληρύνει |
| εμείς — we |
να έχουμε σκληρύνει |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε σκληρύνει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν σκληρύνει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: σκλήραινε (εσύ), σκληραίνετε (εσείς).
Simple: σκλήρυνε (εσύ); σκληρύνετε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The present stem is σκληραιν-; the perfective stem is σκληρυν-: σκλήρυνα, θα σκληρύνω, έχω σκληρύνει.
- The same active forms can describe a material becoming hard or someone making an attitude or policy tougher.
Το ψωμί σκλήρυνε.
The bread went hard.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σκληραίνω.