Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
λεπταίνω means to make something thinner or to become thinner.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | λεπταίνω |
| εσύ — you | λεπταίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | λεπταίνει |
| εμείς — we | λεπταίνουμε, λεπταίνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | λεπταίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | λεπταίνουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | λέπταινα |
| εσύ — you | λέπταινες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | λέπταινε |
| εμείς — we | λεπταίναμε |
| εσείς — you (plural / polite) | λεπταίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | λέπταιναν, λεπταίναν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | λέπτυνα |
| εσύ — you | λέπτυνες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | λέπτυνε |
| εμείς — we | λεπτύναμε |
| εσείς — you (plural / polite) | λεπτύνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | λέπτυναν, λεπτύναν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω λεπτύνει |
| εσύ — you | έχεις λεπτύνει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει λεπτύνει |
| εμείς — we | έχουμε λεπτύνει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε λεπτύνει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν λεπτύνει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα λεπτύνει |
| εσύ — you | είχες λεπτύνει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε λεπτύνει |
| εμείς — we | είχαμε λεπτύνει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε λεπτύνει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν λεπτύνει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα λεπταίνω |
| εσύ — you | θα λεπταίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα λεπταίνει |
| εμείς — we | θα λεπταίνουμε, θα λεπταίνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα λεπταίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα λεπταίνουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα λεπτύνω |
| εσύ — you | θα λεπτύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα λεπτύνει |
| εμείς — we | θα λεπτύνουμε, θα λεπτύνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα λεπτύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα λεπτύνουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω λεπτύνει |
| εσύ — you | θα έχεις λεπτύνει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει λεπτύνει |
| εμείς — we | θα έχουμε λεπτύνει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε λεπτύνει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν λεπτύνει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να λεπταίνω |
| εσύ — you | να λεπταίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να λεπταίνει |
| εμείς — we | να λεπταίνουμε, να λεπταίνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να λεπταίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να λεπταίνουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να λεπτύνω |
| εσύ — you | να λεπτύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να λεπτύνει |
| εμείς — we | να λεπτύνουμε, να λεπτύνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να λεπτύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να λεπτύνουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω λεπτύνει |
| εσύ — you | να έχεις λεπτύνει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει λεπτύνει |
| εμείς — we | να έχουμε λεπτύνει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε λεπτύνει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν λεπτύνει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: λέπταινε / λεπταίνετε.
Simple: λέπτυνε (εσύ); λεπτύνετε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The perfective stem is λεπτύν-: λέπτυνα, θα λεπτύνω, έχω λεπτύνει.
Το ύφασμα λέπτυνε.
The fabric became thinner.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — λεπταίνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/leptaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/leptaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.