Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

λεπταίνω — to thin; to become thinner

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

λεπταίνω means to make something thinner or to become thinner.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I λεπταίνω
εσύ — you λεπταίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λεπταίνει
εμείς — we λεπταίνουμε, λεπταίνομε
εσείς — you (plural / polite) λεπταίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they λεπταίνουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I λέπταινα
εσύ — you λέπταινες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λέπταινε
εμείς — we λεπταίναμε
εσείς — you (plural / polite) λεπταίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they λέπταιναν, λεπταίναν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I λέπτυνα
εσύ — you λέπτυνες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λέπτυνε
εμείς — we λεπτύναμε
εσείς — you (plural / polite) λεπτύνατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they λέπτυναν, λεπτύναν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω λεπτύνει
εσύ — you έχεις λεπτύνει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει λεπτύνει
εμείς — we έχουμε λεπτύνει
εσείς — you (plural / polite) έχετε λεπτύνει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν λεπτύνει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα λεπτύνει
εσύ — you είχες λεπτύνει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε λεπτύνει
εμείς — we είχαμε λεπτύνει
εσείς — you (plural / polite) είχατε λεπτύνει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν λεπτύνει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα λεπταίνω
εσύ — you θα λεπταίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα λεπταίνει
εμείς — we θα λεπταίνουμε, θα λεπταίνομε
εσείς — you (plural / polite) θα λεπταίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα λεπταίνουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα λεπτύνω
εσύ — you θα λεπτύνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα λεπτύνει
εμείς — we θα λεπτύνουμε, θα λεπτύνομε
εσείς — you (plural / polite) θα λεπτύνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα λεπτύνουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω λεπτύνει
εσύ — you θα έχεις λεπτύνει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει λεπτύνει
εμείς — we θα έχουμε λεπτύνει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε λεπτύνει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν λεπτύνει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να λεπταίνω
εσύ — you να λεπταίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να λεπταίνει
εμείς — we να λεπταίνουμε, να λεπταίνομε
εσείς — you (plural / polite) να λεπταίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να λεπταίνουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να λεπτύνω
εσύ — you να λεπτύνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να λεπτύνει
εμείς — we να λεπτύνουμε, να λεπτύνομε
εσείς — you (plural / polite) να λεπτύνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να λεπτύνουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω λεπτύνει
εσύ — you να έχεις λεπτύνει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει λεπτύνει
εμείς — we να έχουμε λεπτύνει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε λεπτύνει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν λεπτύνει

Imperative · Προστακτική

Continuous: λέπταινε / λεπταίνετε.

Simple: λέπτυνε (εσύ); λεπτύνετε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The perfective stem is λεπτύν-: λέπτυνα, θα λεπτύνω, έχω λεπτύνει.

Το ύφασμα λέπτυνε.

The fabric became thinner.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — λεπταίνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/leptaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /leptaino/