Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
λειτουργώ — to function; to work.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | λειτουργώ |
| εσύ — you | λειτουργείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | λειτουργεί |
| εμείς — we | λειτουργούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | λειτουργείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | λειτουργούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | λειτουργούσα |
| εσύ — you | λειτουργούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | λειτουργούσε |
| εμείς — we | λειτουργούσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | λειτουργούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | λειτουργούσαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | λειτούργησα |
| εσύ — you | λειτούργησες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | λειτούργησε |
| εμείς — we | λειτουργήσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | λειτουργήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | λειτούργησαν, λειτουργήσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω λειτουργήσει |
| εσύ — you | έχεις λειτουργήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει λειτουργήσει |
| εμείς — we | έχουμε λειτουργήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε λειτουργήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν λειτουργήσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα λειτουργήσει |
| εσύ — you | είχες λειτουργήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε λειτουργήσει |
| εμείς — we | είχαμε λειτουργήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε λειτουργήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν λειτουργήσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα λειτουργώ |
| εσύ — you | θα λειτουργείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα λειτουργεί |
| εμείς — we | θα λειτουργούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα λειτουργείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα λειτουργούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα λειτουργήσω |
| εσύ — you | θα λειτουργήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα λειτουργήσει |
| εμείς — we | θα λειτουργήσουμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα λειτουργήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα λειτουργήσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω λειτουργήσει |
| εσύ — you | θα έχεις λειτουργήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει λειτουργήσει |
| εμείς — we | θα έχουμε λειτουργήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε λειτουργήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν λειτουργήσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να λειτουργώ |
| εσύ — you | να λειτουργείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να λειτουργεί |
| εμείς — we | να λειτουργούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να λειτουργείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να λειτουργούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να λειτουργήσω |
| εσύ — you | να λειτουργήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να λειτουργήσει |
| εμείς — we | να λειτουργήσουμε, να λειτουργήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να λειτουργήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να λειτουργήσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω λειτουργήσει |
| εσύ — you | να έχεις λειτουργήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει λειτουργήσει |
| εμείς — we | να έχουμε λειτουργήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε λειτουργήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν λειτουργήσει |
Imperative · Προστακτική
—
Simple: λειτούργησε (εσύ); λειτουργήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Λειτουργώ / λειτουργείς is the ordinary pattern for a machine, organisation, or system working. Λειτουργάω is a conversational variant specifically in ecclesiastical use. Λειτουργούμαι refers to attending the Divine Liturgy, not a passive counterpart of a machine functioning; these tables focus on the ordinary active meaning.
Το τηλέφωνο δεν λειτουργεί.
The phone is not working.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — λειτουργώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/leitourgo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/leitourgo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.