Your Greek learning toolkit
ρήματαModern Greek Verbs

λειτουργάω — to celebrate the Divine Liturgy (conversational)

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

λειτουργάω — to celebrate the Divine Liturgy (conversational).

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I λειτουργάω, λειτουργώ λειτουργιέμαι
εσύ — you λειτουργάς λειτουργιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λειτουργάει, λειτουργά λειτουργιέται
εμείς — we λειτουργάμε, λειτουργούμε λειτουργιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) λειτουργάτε λειτουργιέστε, λειτουργιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they λειτουργάν(ε), λειτουργούν(ε) λειτουργιούνται, λειτουργιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I λειτουργούσα, λειτούργαγα λειτουργιόμουν(α)
εσύ — you λειτουργούσες, λειτούργαγες λειτουργιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λειτουργούσε, λειτούργαγε λειτουργιόταν(ε)
εμείς — we λειτουργούσαμε, λειτουργάγαμε λειτουργιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) λειτουργούσατε, λειτουργάγατε λειτουργιόσαστε, λειτουργιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they λειτουργούσαν(ε), λειτούργαγαν, λειτουργάγανε λειτουργιόνταν(ε), λειτουργιούνταν, λειτουργιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I λειτούργησα λειτουργήθηκα
εσύ — you λειτούργησες λειτουργήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λειτούργησε λειτουργήθηκε
εμείς — we λειτουργήσαμε λειτουργηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) λειτουργήσατε λειτουργηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they λειτούργησαν, λειτουργήσαν(ε) λειτουργήθηκαν, λειτουργηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω λειτουργήσει έχω λειτουργηθεί
εσύ — you έχεις λειτουργήσει έχεις λειτουργηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει λειτουργήσει έχει λειτουργηθεί
εμείς — we έχουμε λειτουργήσει έχουμε λειτουργηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε λειτουργήσει έχετε λειτουργηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν λειτουργήσει έχουν λειτουργηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα λειτουργήσει είχα λειτουργηθεί
εσύ — you είχες λειτουργήσει είχες λειτουργηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε λειτουργήσει είχε λειτουργηθεί
εμείς — we είχαμε λειτουργήσει είχαμε λειτουργηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε λειτουργήσει είχατε λειτουργηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν λειτουργήσει είχαν λειτουργηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα λειτουργάω, θα λειτουργώ θα λειτουργιέμαι
εσύ — you θα λειτουργάς θα λειτουργιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα λειτουργάει, θα λειτουργά θα λειτουργιέται
εμείς — we θα λειτουργάμε, θα λειτουργούμε θα λειτουργιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα λειτουργάτε θα λειτουργιέστε, θα λειτουργιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα λειτουργάν(ε), θα λειτουργούν(ε) θα λειτουργιούνται, θα λειτουργιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα λειτουργήσω θα λειτουργηθώ
εσύ — you θα λειτουργήσεις θα λειτουργηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα λειτουργήσει θα λειτουργηθεί
εμείς — we θα λειτουργήσουμε, θα λειτουργήσομε θα λειτουργηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα λειτουργήσετε θα λειτουργηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα λειτουργήσουν(ε) θα λειτουργηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω λειτουργήσει θα έχω λειτουργηθεί
εσύ — you θα έχεις λειτουργήσει θα έχεις λειτουργηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει λειτουργήσει θα έχει λειτουργηθεί
εμείς — we θα έχουμε λειτουργήσει θα έχουμε λειτουργηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε λειτουργήσει θα έχετε λειτουργηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν λειτουργήσει θα έχουν λειτουργηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να λειτουργάω, να λειτουργώ να λειτουργιέμαι
εσύ — you να λειτουργάς να λειτουργιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να λειτουργάει, να λειτουργά να λειτουργιέται
εμείς — we να λειτουργάμε, να λειτουργούμε να λειτουργιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να λειτουργάτε να λειτουργιέστε, να λειτουργιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να λειτουργάν(ε), να λειτουργούν(ε) να λειτουργιούνται, να λειτουργιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να λειτουργήσω να λειτουργηθώ
εσύ — you να λειτουργήσεις να λειτουργηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να λειτουργήσει να λειτουργηθεί
εμείς — we να λειτουργήσουμε, να λειτουργήσομε να λειτουργηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να λειτουργήσετε να λειτουργηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να λειτουργήσουν(ε) να λειτουργηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω λειτουργήσει να έχω λειτουργηθεί
εσύ — you να έχεις λειτουργήσει να έχεις λειτουργηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει λειτουργήσει να έχει λειτουργηθεί
εμείς — we να έχουμε λειτουργήσει να έχουμε λειτουργηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε λειτουργήσει να έχετε λειτουργηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν λειτουργήσει να έχουν λειτουργηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous λειτούργα λειτουργάτε — —
Simple λειτούργησε λειτουργήστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • This -άω variant belongs to the ecclesiastical meaning: a priest celebrates the Divine Liturgy. Λειτουργιέμαι is a rare conversational middle meaning to attend the liturgy; these columns do not mean function / be functioned. For a machine working, use λειτουργώ / λειτουργείς.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Ο παπάς λειτουργάει στην εκκλησία του χωριού.

The priest celebrates the liturgy in the village church.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — λειτουργάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/leitourgao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /leitourgao/