σκίζω (skizo) — to tear

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σκίζω — to tear; rip. Active and middle/passive forms are shown separately.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σκίζω σκίζομαι
εσύ — you σκίζεις σκίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκίζει σκίζεται
εμείς — we σκίζουμε, σκίζομε σκιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) σκίζετε σκίζεστε, σκιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκίζουν(ε) σκίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έσκιζα σκιζόμουν(α)
εσύ — you έσκιζες σκιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έσκιζε σκιζόταν(ε)
εμείς — we σκίζαμε σκιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) σκίζατε σκιζόσαστε, σκιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έσκιζαν, σκίζαν(ε) σκίζονταν, σκιζόντανε, σκιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έσκισα σκίστηκα
εσύ — you έσκισες σκίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έσκισε σκίστηκε
εμείς — we σκίσαμε σκιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σκίσατε σκιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έσκισαν, σκίσαν(ε) σκίστηκαν, σκιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω σκίσει έχω σκιστεί
εσύ — you έχεις σκίσει έχεις σκιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σκίσει έχει σκιστεί
εμείς — we έχουμε σκίσει έχουμε σκιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σκίσει έχετε σκιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σκίσει έχουν σκιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα σκίσει είχα σκιστεί
εσύ — you είχες σκίσει είχες σκιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σκίσει είχε σκιστεί
εμείς — we είχαμε σκίσει είχαμε σκιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σκίσει είχατε σκιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σκίσει είχαν σκιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σκίζω θα σκίζομαι
εσύ — you θα σκίζεις θα σκίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σκίζει θα σκίζεται
εμείς — we θα σκίζουμε, θα σκίζομε θα σκιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σκίζετε θα σκίζεστε, θα σκιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σκίζουν(ε) θα σκίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σκίσω θα σκιστώ
εσύ — you θα σκίσεις θα σκιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σκίσει θα σκιστεί
εμείς — we θα σκίσουμε, θα σκίσομε θα σκιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σκίσετε θα σκιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σκίσουν(ε) θα σκιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω σκίσει θα έχω σκιστεί
εσύ — you θα έχεις σκίσει θα έχεις σκιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σκίσει θα έχει σκιστεί
εμείς — we θα έχουμε σκίσει θα έχουμε σκιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σκίσει θα έχετε σκιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σκίσει θα έχουν σκιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σκίζω να σκίζομαι
εσύ — you να σκίζεις να σκίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σκίζει να σκίζεται
εμείς — we να σκίζουμε, να σκίζομε να σκιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σκίζετε να σκίζεστε, να σκιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σκίζουν(ε) να σκίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σκίσω να σκιστώ
εσύ — you να σκίσεις να σκιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σκίσει να σκιστεί
εμείς — we να σκίσουμε, να σκίσομε να σκιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να σκίσετε να σκιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σκίσουν(ε) να σκιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω σκίσει να έχω σκιστεί
εσύ — you να έχεις σκίσει να έχεις σκιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σκίσει να έχει σκιστεί
εμείς — we να έχουμε σκίσει να έχουμε σκιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σκίσει να έχετε σκιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σκίσει να έχουν σκιστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous σκίζε σκίζετε — σκίζεστε
Simple σκίσε σκίστε σκίσου σκιστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • σκισμένος, -η, -ο means torn. Figurative σκίζω can mean doing extremely well; σκίζομαι can also mean working very hard.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Το χαρτί σκίστηκε.

The paper tore.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σκίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/skizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /skizo/