Skizo

Skizo

ΣΚΙΖΩ
I tear
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
σκίζω σκίζουμε, σκίζομε σκίζομαι σκιζόμαστε
σκίζεις σκίζετε σκίζεσαι σκίζεστε, σκιζόσαστε
σκίζει σκίζουν(ε) σκίζεται σκίζονται
Imper
fect
έσκιζα σκίζαμε σκιζόμουν(α) σκιζόμαστε, σκιζόμασταν
έσκιζες σκίζατε σκιζόσουν(α) σκιζόσαστε, σκιζόσασταν
έσκιζε έσκιζαν, σκίζαν(ε) σκιζόταν(ε) σκίζονταν, σκιζόντανε, σκιζόντουσαν
Aorist έσκισα σκίσαμε σκίστηκα σκιστήκαμε
έσκισες σκίσατε σκίστηκες σκιστήκατε
έσκισε έσκισαν, σκίσαν(ε) σκίστηκε σκίστηκαν, σκιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω σκίσει
έχω σκισμένο
έχουμε σκίσει
έχουμε σκισμένο
έχω σκιστεί
είμαι σκισμένος, -η
έχουμε σκιστεί
είμαστε σκισμένοι, -ες
έχεις σκίσει
έχεις σκισμένο
έχετε σκίσει
έχετε σκισμένο
έχεις σκιστεί
είσαι σκισμένος, -η
έχετε σκιστεί
είστε σκισμένοι, -ες
έχει σκίσει
έχει σκισμένο
έχουν σκίσει
έχουν σκισμένο
έχει σκιστεί
είναι σκισμένος, -η, -ο
έχουν σκιστεί
είναι σκισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα σκίσει
είχα σκισμένο
είχαμε σκίσει
είχαμε σκισμένο
είχα σκιστεί
ήμουν σκισμένος, -η
είχαμε σκιστεί
ήμαστε σκισμένοι, -ες
είχες σκίσει
είχες σκισμένο
είχατε σκίσει
είχατε σκισμένο
είχες σκιστεί
ήσουν σκισμένος, -η
είχατε σκιστεί
ήσαστε σκισμένοι, -ες
είχε σκίσει
είχε σκισμένο
είχαν σκίσει
είχαν σκισμένο
είχε σκιστεί
ήταν σκισμένος, -η, -ο
είχαν σκιστεί
ήταν σκισμένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα σκίζω θα σκίζουμε, θα σκίζομε θα σκίζομαι θα σκιζόμαστε
θα σκίζεις θα σκίζετε θα σκίζεσαι θα σκίζεστε, θα σκιζόσαστε
θα σκίζει θα σκίζουν(ε) θα σκίζεται θα σκίζονται
Simp
Fut
θα σκίσω θα σκίσουμε, θα σκίζομε θα σκιστώ θα σκιστούμε
θα σκίσεις θα σκίσετε θα σκιστείς θα σκιστείτε
θα σκίσει θα σκίσουν(ε) θα σκιστεί θα σκιστούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω σκίσει
θα έχω σκισμένο
θα έχουμε σκίσει
θα έχουμε σκισμένο
θα έχω σκιστεί
θα είμαι σκισμένος, -η
θα έχουμε σκιστεί
θα είμαστε σκισμένοι, -ες
θα έχεις σκίσει
θα έχεις σκισμένο
θα έχετε σκίσει
θα έχετε σκισμένο
θα έχεις σκιστεί
θα είσαι σκισμένος, -η
θα έχετε σκιστεί
θα είστε σκισμένοι, -ες
θα έχει σκίσει
θα έχει σκισμένο
θα έχουν σκίσει
θα έχουν σκισμένο
θα έχει σκιστεί
θα είναι σκισμένος, -η, -ο
θα έχουν σκιστεί
θα είναι σκισμένοι, -ες, -α
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να σκίζω να σκίζουμε, να σκίζομε να σκίζομαι να σκιζόμαστε
να σκίζεις να σκίζετε να σκίζεσαι να σκίζεστε, να σκιζόσαστε
να σκίζει να σκίζουν(ε) να σκίζεται να σκίζονται
Aorist να σκίσω να σκίσουμε, να σκίσομε να σκιστώ να σκιστούμε
να σκίσεις να σκίσετε να σκιστείς να σκιστείτε
να σκίσει να σκίσουν(ε) να σκιστεί να σκιστούν(ε)
Perf να έχω σκίσει
να έχω σκισμένο
να έχουμε σκίσει
να έχουμε σκισμένο
να έχω σκιστεί
να είμαι σκισμένος, -η
να έχουμε σκιστεί
να είμαστε σκισμένοι, -ες
να έχεις σκίσει
να έχεις σκισμένο
να έχετε σκίσει
να έχετε σκισμένο
να έχεις σκιστεί
να είσαι σκισμένος, -η
να έχετε σκιστεί
να είστε σκισμένοι, -ες
να έχει σκίσει
να έχει σκισμένο
να έχουν σκίσει
να έχουν σκισμένο
να έχει σκιστεί
να είναι σκισμένος, -η, -ο
να έχουν σκιστεί
να είναι σκισμένοι, -ες, -α
Imper
ative
Pres σκίζε σκίζετε σκίζεστε
Aorist σκίσε σκίστε σκίσου σκιστείτε
Part
iciple
Pres σκίζοντας σκιζόμενος
Perf έχοντας σκίσει, έχοντας σκισμένο σκισμένος, -η, -ο σκισμένοι, -ες, -α
Infin Aorist σκίσει σκιστεί


2017-03-22T01:56:48+00:00