σκηνοθετώ (skinotheto) — to direct; stage

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σκηνοθετώ — to direct a film or play; stage an event.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σκηνοθετώ σκηνοθετούμαι
εσύ — you σκηνοθετείς σκηνοθετείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκηνοθετεί σκηνοθετείται
εμείς — we σκηνοθετούμε σκηνοθετούμαστε
εσείς — you (plural / polite) σκηνοθετείτε σκηνοθετείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκηνοθετούν(ε) σκηνοθετούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σκηνοθετούσα σκηνοθετούμουν
εσύ — you σκηνοθετούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκηνοθετούσε σκηνοθετούνταν, σκηνοθετείτο
εμείς — we σκηνοθετούσαμε σκηνοθετούμασταν
εσείς — you (plural / polite) σκηνοθετούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκηνοθετούσαν(ε) σκηνοθετούνταν, σκηνοθετούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σκηνοθέτησα σκηνοθετήθηκα
εσύ — you σκηνοθέτησες σκηνοθετήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκηνοθέτησε σκηνοθετήθηκε
εμείς — we σκηνοθετήσαμε σκηνοθετηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σκηνοθετήσατε σκηνοθετηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκηνοθέτησαν, σκηνοθετήσαν(ε) σκηνοθετήθηκαν, σκηνοθετηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω σκηνοθετήσει έχω σκηνοθετηθεί
εσύ — you έχεις σκηνοθετήσει έχεις σκηνοθετηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σκηνοθετήσει έχει σκηνοθετηθεί
εμείς — we έχουμε σκηνοθετήσει έχουμε σκηνοθετηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σκηνοθετήσει έχετε σκηνοθετηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σκηνοθετήσει έχουν σκηνοθετηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα σκηνοθετήσει είχα σκηνοθετηθεί
εσύ — you είχες σκηνοθετήσει είχες σκηνοθετηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σκηνοθετήσει είχε σκηνοθετηθεί
εμείς — we είχαμε σκηνοθετήσει είχαμε σκηνοθετηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σκηνοθετήσει είχατε σκηνοθετηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σκηνοθετήσει είχαν σκηνοθετηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σκηνοθετώ θα σκηνοθετούμαι
εσύ — you θα σκηνοθετείς θα σκηνοθετείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σκηνοθετεί θα σκηνοθετείται
εμείς — we θα σκηνοθετούμε θα σκηνοθετούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σκηνοθετείτε θα σκηνοθετείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σκηνοθετούν(ε) θα σκηνοθετούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σκηνοθετήσω θα σκηνοθετηθώ
εσύ — you θα σκηνοθετήσεις θα σκηνοθετηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σκηνοθετήσει θα σκηνοθετηθεί
εμείς — we θα σκηνοθετήσουμε θα σκηνοθετηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σκηνοθετήσετε θα σκηνοθετηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σκηνοθετήσουν(ε) θα σκηνοθετηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω σκηνοθετήσει θα έχω σκηνοθετηθεί
εσύ — you θα έχεις σκηνοθετήσει θα έχεις σκηνοθετηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σκηνοθετήσει θα έχει σκηνοθετηθεί
εμείς — we θα έχουμε σκηνοθετήσει θα έχουμε σκηνοθετηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σκηνοθετήσει θα έχετε σκηνοθετηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σκηνοθετήσει θα έχουν σκηνοθετηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σκηνοθετώ να σκηνοθετούμαι
εσύ — you να σκηνοθετείς να σκηνοθετείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σκηνοθετεί να σκηνοθετείται
εμείς — we να σκηνοθετούμε να σκηνοθετούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σκηνοθετείτε να σκηνοθετείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σκηνοθετούν(ε) να σκηνοθετούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σκηνοθετήσω να σκηνοθετηθώ
εσύ — you να σκηνοθετήσεις να σκηνοθετηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σκηνοθετήσει να σκηνοθετηθεί
εμείς — we να σκηνοθετήσουμε, να σκηνοθετήσομε να σκηνοθετηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να σκηνοθετήσετε να σκηνοθετηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σκηνοθετήσουν(ε) να σκηνοθετηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω σκηνοθετήσει να έχω σκηνοθετηθεί
εσύ — you να έχεις σκηνοθετήσει να έχεις σκηνοθετηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σκηνοθετήσει να έχει σκηνοθετηθεί
εμείς — we να έχουμε σκηνοθετήσει να έχουμε σκηνοθετηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σκηνοθετήσει να έχετε σκηνοθετηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σκηνοθετήσει να έχουν σκηνοθετηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous plural: σκηνοθετείτε. The simple plural command is σκηνοθετήστε.

Simple: σκηνοθέτησε (εσύ); σκηνοθετήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The passive normally describes the film, play, scene or event being directed or staged. Personal passive forms need an appropriate context; uncommon imperfect cells are left unlisted.
  • σκηνοθετημένος, -η, -ο can mean directed or staged, including something contrived.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Σκηνοθέτησε την πρώτη της ταινία.

She directed her first film.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σκηνοθετώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/skinotheto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /skinotheto/