σκέπτομαι (skeptomai) — to think

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σκέπτομαι — to think; consider. A more formal variant of σκέφτομαι, with middle morphology and active meaning.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σκέπτομαι
εσύ — you σκέπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκέπτεται
εμείς — we σκεπτόμαστε
εσείς — you (plural / polite) σκέπτεστε, σκεπτόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκέπτονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σκεπτόμουν(α)
εσύ — you σκεπτόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκεπτόταν(ε)
εμείς — we σκεπτόμασταν
εσείς — you (plural / polite) σκεπτόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκέπτονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σκέφθηκα, σκέφτηκα
εσύ — you σκέφθηκες, σκέφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκέφθηκε, σκέφτηκε
εμείς — we σκεφθήκαμε, σκεφτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σκεφθήκατε, σκεφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκέφθηκαν, σκεφθήκαν(ε), σκέφτηκαν, σκεφτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω σκεφθεί
εσύ — you έχεις σκεφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σκεφθεί
εμείς — we έχουμε σκεφθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σκεφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σκεφθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα σκεφθεί
εσύ — you είχες σκεφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σκεφθεί
εμείς — we είχαμε σκεφθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σκεφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σκεφθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα σκέπτομαι
εσύ — you θα σκέπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σκέπτεται
εμείς — we θα σκεπτόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σκέπτεστε, θα σκεπτόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σκέπτονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα σκεφθώ, θα σκεφτώ
εσύ — you θα σκεφθείς, θα σκεφτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σκεφθεί, θα σκεφτεί
εμείς — we θα σκεφθούμε, θα σκεφτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σκεφθείτε, θα σκεφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σκεφθούν(ε), θα σκεφτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω σκεφθεί
εσύ — you θα έχεις σκεφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σκεφθεί
εμείς — we θα έχουμε σκεφθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σκεφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σκεφθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να σκέπτομαι
εσύ — you να σκέπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σκέπτεται
εμείς — we να σκεπτόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σκέπτεστε, να σκεπτόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σκέπτονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να σκεφθώ, να σκεφτώ
εσύ — you να σκεφθείς, να σκεφτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σκεφθεί, να σκεφτεί
εμείς — we να σκεφθούμε, να σκεφτούμε
εσείς — you (plural / polite) να σκεφθείτε, να σκεφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σκεφθούν(ε), να σκεφτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω σκεφθεί
εσύ — you να έχεις σκεφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σκεφθεί
εμείς — we να έχουμε σκεφθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σκεφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σκεφθεί

Imperative · Προστακτική

The everyday completed command is σκέψου.

Simple: σκέψου (εσύ); σκεφθείτε, σκεφτείτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Both σκέφθηκα / σκεφθώ / σκεφθεί and σκέφτηκα / σκεφτώ / σκεφτεί are used. The compound tables consistently show σκεφθεί; σκεφτεί is also valid with the same auxiliary.
  • σκεπτόμενος, -η, -ο means thinking or thoughtful; it is not a completed-action perfect.

Σκέπτομαι να αλλάξω δουλειά.

I am thinking of changing jobs.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σκέπτομαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/skeptomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /skeptomai/