σκεπάζω (skepazo) — to cover

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σκεπάζω — to cover. Active and middle/passive forms are shown separately.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σκεπάζω σκεπάζομαι
εσύ — you σκεπάζεις σκεπάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκεπάζει σκεπάζεται
εμείς — we σκεπάζουμε, σκεπάζομε σκεπαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) σκεπάζετε σκεπάζεστε, σκεπαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκεπάζουν(ε) σκεπάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σκέπαζα σκεπαζόμουν(α)
εσύ — you σκέπαζες σκεπαζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκέπαζε σκεπαζόταν(ε)
εμείς — we σκεπάζαμε σκεπαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) σκεπάζατε σκεπαζόσαστε, σκεπαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκέπαζαν, σκεπάζαν(ε) σκεπάζονταν, σκεπαζόντανε, σκεπαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σκέπασα σκεπάστηκα
εσύ — you σκέπασες σκεπάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκέπασε σκεπάστηκε
εμείς — we σκεπάσαμε σκεπαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σκεπάσατε σκεπαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκέπασαν, σκεπάσαν(ε) σκεπάστηκαν, σκεπαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω σκεπάσει έχω σκεπαστεί
εσύ — you έχεις σκεπάσει έχεις σκεπαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σκεπάσει έχει σκεπαστεί
εμείς — we έχουμε σκεπάσει έχουμε σκεπαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σκεπάσει έχετε σκεπαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σκεπάσει έχουν σκεπαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα σκεπάσει είχα σκεπαστεί
εσύ — you είχες σκεπάσει είχες σκεπαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σκεπάσει είχε σκεπαστεί
εμείς — we είχαμε σκεπάσει είχαμε σκεπαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σκεπάσει είχατε σκεπαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σκεπάσει είχαν σκεπαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σκεπάζω θα σκεπάζομαι
εσύ — you θα σκεπάζεις θα σκεπάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σκεπάζει θα σκεπάζεται
εμείς — we θα σκεπάζουμε, θα σκεπάζομε θα σκεπαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σκεπάζετε θα σκεπάζεστε, θα σκεπαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σκεπάζουν(ε) θα σκεπάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σκεπάσω θα σκεπαστώ
εσύ — you θα σκεπάσεις θα σκεπαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σκεπάσει θα σκεπαστεί
εμείς — we θα σκεπάσουμε, θα σκεπάσομε θα σκεπαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σκεπάσετε θα σκεπαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σκεπάσουν(ε) θα σκεπαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω σκεπάσει θα έχω σκεπαστεί
εσύ — you θα έχεις σκεπάσει θα έχεις σκεπαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σκεπάσει θα έχει σκεπαστεί
εμείς — we θα έχουμε σκεπάσει θα έχουμε σκεπαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σκεπάσει θα έχετε σκεπαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σκεπάσει θα έχουν σκεπαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σκεπάζω να σκεπάζομαι
εσύ — you να σκεπάζεις να σκεπάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σκεπάζει να σκεπάζεται
εμείς — we να σκεπάζουμε, να σκεπάζομε να σκεπαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σκεπάζετε να σκεπάζεστε, να σκεπαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σκεπάζουν(ε) να σκεπάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σκεπάσω να σκεπαστώ
εσύ — you να σκεπάσεις να σκεπαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σκεπάσει να σκεπαστεί
εμείς — we να σκεπάσουμε, να σκεπάσομε να σκεπαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να σκεπάσετε να σκεπαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σκεπάσουν(ε) να σκεπαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω σκεπάσει να έχω σκεπαστεί
εσύ — you να έχεις σκεπάσει να έχεις σκεπαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σκεπάσει να έχει σκεπαστεί
εμείς — we να έχουμε σκεπάσει να έχουμε σκεπαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σκεπάσει να έχετε σκεπαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σκεπάσει να έχουν σκεπαστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous σκέπαζε σκεπάζετε — σκεπάζεστε
Simple σκέπασε σκεπάστε σκεπάσου σκεπαστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • σκεπασμένος, -η, -ο describes a covered state. The middle σκεπάζομαι can mean covering oneself, for example with a blanket.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Σκεπάσου με μια κουβέρτα.

Cover yourself with a blanket.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σκεπάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/skepazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /skepazo/