επισκέπτομαι (episkeptomai) — to visit

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

επισκέπτομαι means to visit someone or a place. Its middle endings have an active meaning.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I επισκέπτομαι
εσύ — you επισκέπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επισκέπτεται
εμείς — we επισκεπτόμαστε
εσείς — you (plural / polite) επισκέπτεστε, επισκεπτόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they επισκέπτονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I επισκεπτόμουν(α)
εσύ — you επισκεπτόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επισκεπτόταν(ε)
εμείς — we επισκεπτόμασταν
εσείς — you (plural / polite) επισκεπτόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they επισκέπτονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I επισκέφτηκα, επισκέφθηκα
εσύ — you επισκέφτηκες, επισκέφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it επισκέφτηκε, επισκέφθηκε
εμείς — we επισκεφτήκαμε, επισκεφθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) επισκεφτήκατε, επισκεφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they επισκέφτηκαν, επισκεφτήκαν(ε), επισκέφθηκαν, επισκεφθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω επισκεφτεί
εσύ — you έχεις επισκεφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει επισκεφτεί
εμείς — we έχουμε επισκεφτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε επισκεφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν επισκεφτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα επισκεφτεί
εσύ — you είχες επισκεφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε επισκεφτεί
εμείς — we είχαμε επισκεφτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε επισκεφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν επισκεφτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα επισκέπτομαι
εσύ — you θα επισκέπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα επισκέπτεται
εμείς — we θα επισκεπτόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα επισκέπτεστε, θα επισκεπτόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα επισκέπτονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα επισκεφτώ, θα επισκεφθώ
εσύ — you θα επισκεφτείς, θα επισκεφθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα επισκεφτεί, θα επισκεφθεί
εμείς — we θα επισκεφτούμε, θα επισκεφθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα επισκεφτείτε, θα επισκεφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα επισκεφτούν(ε), θα επισκεφθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω επισκεφτεί
εσύ — you θα έχεις επισκεφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει επισκεφτεί
εμείς — we θα έχουμε επισκεφτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε επισκεφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν επισκεφτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να επισκέπτομαι
εσύ — you να επισκέπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να επισκέπτεται
εμείς — we να επισκεπτόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να επισκέπτεστε, να επισκεπτόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να επισκέπτονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να επισκεφτώ, να επισκεφθώ
εσύ — you να επισκεφτείς, να επισκεφθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να επισκεφτεί, να επισκεφθεί
εμείς — we να επισκεφτούμε, να επισκεφθούμε
εσείς — you (plural / polite) να επισκεφτείτε, να επισκεφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να επισκεφτούν(ε), να επισκεφθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω επισκεφτεί
εσύ — you να έχεις επισκεφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει επισκεφτεί
εμείς — we να έχουμε επισκεφτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε επισκεφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν επισκεφτεί

Imperative · Προστακτική

For repeated visits, να επισκέπτεσαι / να επισκέπτεστε can be used.

Simple: επισκέψου (εσύ); επισκεφτείτε, επισκεφθείτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The compound tables use επισκεφτεί. επισκεφθεί and the past επισκέφθηκα are more formal alternatives.
  • The dependent forms are επισκεφτεί / επισκεφθεί, not επισκεπτεί.
  • επισκεπτόμενος, -η, -ο means visiting; it does not describe the person being visited.

Επισκέφτηκα τη γιαγιά μου.

I visited my grandmother.

Επισκεφτείτε το μουσείο.

Visit the museum.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — επισκέπτομαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/episkeptomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /episkeptomai/