σκοπεύω (skopeuo) — to aim; intend

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σκοπεύω — to aim; intend or plan to do something.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σκοπεύω
εσύ — you σκοπεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκοπεύει
εμείς — we σκοπεύουμε, σκοπεύομε
εσείς — you (plural / polite) σκοπεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκοπεύουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σκόπευα
εσύ — you σκόπευες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκόπευε
εμείς — we σκοπεύαμε
εσείς — you (plural / polite) σκοπεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκόπευαν, σκοπεύαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σκόπευσα
εσύ — you σκόπευσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκόπευσε
εμείς — we σκοπεύσαμε
εσείς — you (plural / polite) σκοπεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκόπευσαν, σκοπεύσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω σκοπεύσει
εσύ — you έχεις σκοπεύσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σκοπεύσει
εμείς — we έχουμε σκοπεύσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε σκοπεύσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σκοπεύσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα σκοπεύσει
εσύ — you είχες σκοπεύσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σκοπεύσει
εμείς — we είχαμε σκοπεύσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε σκοπεύσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σκοπεύσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα σκοπεύω
εσύ — you θα σκοπεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σκοπεύει
εμείς — we θα σκοπεύουμε, θα σκοπεύομε
εσείς — you (plural / polite) θα σκοπεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σκοπεύουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα σκοπεύσω
εσύ — you θα σκοπεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σκοπεύσει
εμείς — we θα σκοπεύσουμε, θα σκοπεύσομε
εσείς — you (plural / polite) θα σκοπεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σκοπεύσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω σκοπεύσει
εσύ — you θα έχεις σκοπεύσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σκοπεύσει
εμείς — we θα έχουμε σκοπεύσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σκοπεύσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σκοπεύσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να σκοπεύω
εσύ — you να σκοπεύεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σκοπεύει
εμείς — we να σκοπεύουμε, να σκοπεύομε
εσείς — you (plural / polite) να σκοπεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σκοπεύουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να σκοπεύσω
εσύ — you να σκοπεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σκοπεύσει
εμείς — we να σκοπεύσουμε, να σκοπεύσομε
εσείς — you (plural / polite) να σκοπεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σκοπεύσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω σκοπεύσει
εσύ — you να έχεις σκοπεύσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σκοπεύσει
εμείς — we να έχουμε σκοπεύσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σκοπεύσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σκοπεύσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: σκόπευε (εσύ), σκοπεύετε (εσείς). Commands normally concern aiming.

Simple: σκόπευσε (εσύ); σκοπεύστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • σκοπεύω να + a verb means intending to do something. The intention sense is especially common with present and imperfect forms.
  • σκοπεύω also means taking aim; the perfective tables are particularly useful for a completed act of aiming.

Σκοπεύω να ταξιδέψω στην Ελλάδα.

I intend to travel to Greece.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σκοπεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/skopeuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /skopeuo/