σκοτίζω (skotizo) — to darken; bother

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σκοτίζω — to darken; bother. Active and middle/passive forms are shown separately.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σκοτίζω σκοτίζομαι
εσύ — you σκοτίζεις σκοτίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκοτίζει σκοτίζεται
εμείς — we σκοτίζουμε, σκοτίζομε σκοτιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) σκοτίζετε σκοτίζεστε, σκοτιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκοτίζουν(ε) σκοτίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σκότιζα σκοτιζόμουν(α)
εσύ — you σκότιζες σκοτιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκότιζε σκοτιζόταν(ε)
εμείς — we σκοτίζαμε σκοτιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) σκοτίζατε σκοτιζόσαστε, σκοτιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκότιζαν, σκοτίζαν(ε) σκοτίζονταν, σκοτιζόντανε, σκοτιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σκότισα σκοτίστηκα
εσύ — you σκότισες σκοτίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σκότισε σκοτίστηκε
εμείς — we σκοτίσαμε σκοτιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σκοτίσατε σκοτιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σκότισαν, σκοτίσαν(ε) σκοτίστηκαν, σκοτιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω σκοτίσει έχω σκοτιστεί
εσύ — you έχεις σκοτίσει έχεις σκοτιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σκοτίσει έχει σκοτιστεί
εμείς — we έχουμε σκοτίσει έχουμε σκοτιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σκοτίσει έχετε σκοτιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σκοτίσει έχουν σκοτιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα σκοτίσει είχα σκοτιστεί
εσύ — you είχες σκοτίσει είχες σκοτιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σκοτίσει είχε σκοτιστεί
εμείς — we είχαμε σκοτίσει είχαμε σκοτιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σκοτίσει είχατε σκοτιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σκοτίσει είχαν σκοτιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σκοτίζω θα σκοτίζομαι
εσύ — you θα σκοτίζεις θα σκοτίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σκοτίζει θα σκοτίζεται
εμείς — we θα σκοτίζουμε, θα σκοτίζομε θα σκοτιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σκοτίζετε θα σκοτίζεστε, θα σκοτιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σκοτίζουν(ε) θα σκοτίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σκοτίσω θα σκοτιστώ
εσύ — you θα σκοτίσεις θα σκοτιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σκοτίσει θα σκοτιστεί
εμείς — we θα σκοτίσουμε, θα σκοτίσομε θα σκοτιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σκοτίσετε θα σκοτιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σκοτίσουν(ε) θα σκοτιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω σκοτίσει θα έχω σκοτιστεί
εσύ — you θα έχεις σκοτίσει θα έχεις σκοτιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σκοτίσει θα έχει σκοτιστεί
εμείς — we θα έχουμε σκοτίσει θα έχουμε σκοτιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σκοτίσει θα έχετε σκοτιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σκοτίσει θα έχουν σκοτιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σκοτίζω να σκοτίζομαι
εσύ — you να σκοτίζεις να σκοτίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σκοτίζει να σκοτίζεται
εμείς — we να σκοτίζουμε, να σκοτίζομε να σκοτιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σκοτίζετε να σκοτίζεστε, να σκοτιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σκοτίζουν(ε) να σκοτίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σκοτίσω να σκοτιστώ
εσύ — you να σκοτίσεις να σκοτιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σκοτίσει να σκοτιστεί
εμείς — we να σκοτίσουμε, να σκοτίσομε να σκοτιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να σκοτίσετε να σκοτιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σκοτίσουν(ε) να σκοτιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω σκοτίσει να έχω σκοτιστεί
εσύ — you να έχεις σκοτίσει να έχεις σκοτιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σκοτίσει να έχει σκοτιστεί
εμείς — we να έχουμε σκοτίσει να έχουμε σκοτιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σκοτίσει να έχετε σκοτιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σκοτίσει να έχουν σκοτιστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous σκότιζε σκοτίζετε — σκοτίζεστε
Simple σκότισε σκοτίστε σκοτίσου σκοτιστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Besides darkening or clouding something, σκοτίζω can mean bothering someone. In colloquial speech δεν σκοτίζομαι means that I do not worry or care about it; tone matters.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Μη σκοτίζεις το μυαλό σου με τέτοια πράγματα.

Do not trouble your mind with such things.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σκοτίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/skotizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /skotizo/