σηκώνω (sikono) — to lift; to raise

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σηκώνω means to lift or raise. σηκώνομαι commonly means to get up or stand up.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σηκώνω σηκώνομαι
εσύ — you σηκώνεις σηκώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σηκώνει σηκώνεται
εμείς — we σηκώνουμε, σηκώνομε σηκωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) σηκώνετε σηκώνεστε, σηκωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σηκώνουν(ε) σηκώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σήκωνα σηκωνόμουν(α)
εσύ — you σήκωνες σηκωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σήκωνε σηκωνόταν(ε)
εμείς — we σηκώναμε σηκωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) σηκώνατε σηκωνόσαστε, σηκωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they σήκωναν σηκώνονταν, σηκωνόντανε, σηκωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σήκωσα σηκώθηκα
εσύ — you σήκωσες σηκώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σήκωσε σηκώθηκε
εμείς — we σηκώσαμε σηκωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σηκώσατε σηκωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σήκωσαν, σηκώσαν(ε) σηκώθηκαν, σηκωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω σηκώσει έχω σηκωθεί
εσύ — you έχεις σηκώσει έχεις σηκωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σηκώσει έχει σηκωθεί
εμείς — we έχουμε σηκώσει έχουμε σηκωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σηκώσει έχετε σηκωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σηκώσει έχουν σηκωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα σηκώσει είχα σηκωθεί
εσύ — you είχες σηκώσει είχες σηκωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σηκώσει είχε σηκωθεί
εμείς — we είχαμε σηκώσει είχαμε σηκωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σηκώσει είχατε σηκωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σηκώσει είχαν σηκωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σηκώνω θα σηκώνομαι
εσύ — you θα σηκώνεις θα σηκώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σηκώνει θα σηκώνεται
εμείς — we θα σηκώνουμε, θα σηκώνομε θα σηκωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σηκώνετε θα σηκώνεστε, θα σηκωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σηκώνουν(ε) θα σηκώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σηκώσω θα σηκωθώ
εσύ — you θα σηκώσεις θα σηκωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σηκώσει θα σηκωθεί
εμείς — we θα σηκώσουμε, θα σηκώσομε θα σηκωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σηκώσετε θα σηκωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σηκώσουν θα σηκωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω σηκώσει θα έχω σηκωθεί
εσύ — you θα έχεις σηκώσει θα έχεις σηκωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σηκώσει θα έχει σηκωθεί
εμείς — we θα έχουμε σηκώσει θα έχουμε σηκωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σηκώσει θα έχετε σηκωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σηκώσει θα έχουν σηκωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σηκώνω να σηκώνομαι
εσύ — you να σηκώνεις να σηκώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σηκώνει να σηκώνεται
εμείς — we να σηκώνουμε, να σηκώνομε να σηκωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σηκώνετε να σηκώνεστε, να σηκωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σηκώνουν(ε) να σηκώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σηκώσω να σηκωθώ
εσύ — you να σηκώσεις να σηκωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σηκώσει να σηκωθεί
εμείς — we να σηκώσουμε, να σηκώσομε να σηκωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να σηκώσετε να σηκωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σηκώσουν(ε) να σηκωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω σηκώσει να έχω σηκωθεί
εσύ — you να έχεις σηκώσει να έχεις σηκωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σηκώσει να έχει σηκωθεί
εμείς — we να έχουμε σηκώσει να έχουμε σηκωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σηκώσει να έχετε σηκωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σηκώσει να έχουν σηκωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous σήκωνε σηκώνετε — σηκώνεστε
Simple σήκωσε σηκώστε σήκω, σηκώσου σηκωθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Σήκωσε το χέρι σου.

Raise your hand.

Σηκώθηκα νωρίς.

I got up early.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σηκώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/sikono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /sikono/