σημειώνω (simeiono) — to note; to write down; to mark

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σημειώνω means to note, write down, mark, or record. The passive can mean to be recorded or occur.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σημειώνω σημειώνομαι
εσύ — you σημειώνεις σημειώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σημειώνει σημειώνεται
εμείς — we σημειώνουμε, σημειώνομε σημειωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) σημειώνετε σημειώνεστε, σημειωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σημειώνουν(ε) σημειώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σημείωνα σημειωνόμουν(α)
εσύ — you σημείωνες σημειωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σημείωνε σημειωνόταν(ε)
εμείς — we σημειώναμε σημειωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) σημειώνατε σημειωνόσαστε, σημειωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they σημείωναν, σημειώναν(ε) σημειώνονταν, σημειωνόντανε, σημειωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σημείωσα σημειώθηκα
εσύ — you σημείωσες σημειώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σημείωσε σημειώθηκε
εμείς — we σημειώσαμε σημειωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σημειώσατε σημειωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σημείωσαν, σημειώσαν(ε) σημειώθηκαν, σημειωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω σημειώσει έχω σημειωθεί
εσύ — you έχεις σημειώσει έχεις σημειωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σημειώσει έχει σημειωθεί
εμείς — we έχουμε σημειώσει έχουμε σημειωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σημειώσει έχετε σημειωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σημειώσει έχουν σημειωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα σημειώσει είχα σημειωθεί
εσύ — you είχες σημειώσει είχες σημειωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σημειώσει είχε σημειωθεί
εμείς — we είχαμε σημειώσει είχαμε σημειωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σημειώσει είχατε σημειωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σημειώσει είχαν σημειωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σημειώνω θα σημειώνομαι
εσύ — you θα σημειώνεις θα σημειώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σημειώνει θα σημειώνεται
εμείς — we θα σημειώνουμε, θα σημειώνομε θα σημειωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σημειώνετε θα σημειώνεστε, θα σημειωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σημειώνουν(ε) θα σημειώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σημειώσω θα σημειωθώ
εσύ — you θα σημειώσεις θα σημειωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σημειώσει θα σημειωθεί
εμείς — we θα σημειώσουμε, θα σημειώσομε θα σημειωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σημειώσετε θα σημειωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σημειώσουν θα σημειωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω σημειώσει θα έχω σημειωθεί
εσύ — you θα έχεις σημειώσει θα έχεις σημειωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σημειώσει θα έχει σημειωθεί
εμείς — we θα έχουμε σημειώσει θα έχουμε σημειωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σημειώσει θα έχετε σημειωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σημειώσει θα έχουν σημειωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σημειώνω να σημειώνομαι
εσύ — you να σημειώνεις να σημειώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σημειώνει να σημειώνεται
εμείς — we να σημειώνουμε, να σημειώνομε να σημειωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σημειώνετε να σημειώνεστε, να σημειωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σημειώνουν(ε) να σημειώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σημειώσω να σημειωθώ
εσύ — you να σημειώσεις να σημειωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σημειώσει να σημειωθεί
εμείς — we να σημειώσουμε, να σημειώσομε να σημειωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να σημειώσετε να σημειωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σημειώσουν(ε) να σημειωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω σημειώσει να έχω σημειωθεί
εσύ — you να έχεις σημειώσει να έχεις σημειωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σημειώσει να έχει σημειωθεί
εμείς — we να έχουμε σημειώσει να έχουμε σημειωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σημειώσει να έχετε σημειωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σημειώσει να έχουν σημειωθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: σημείωνε / σημειώνετε.

Simple: σημείωσε (εσύ); σημειώστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Σημείωσε τη διεύθυνση.

Write down the address.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σημειώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/simeiono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /simeiono/