σιδερώνω (siderono) — to iron

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σιδερώνω means to iron clothes. The passive means to be ironed.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σιδερώνω σιδερώνομαι
εσύ — you σιδερώνεις σιδερώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σιδερώνει σιδερώνεται
εμείς — we σιδερώνουμε, σιδερώνομε σιδερωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) σιδερώνετε σιδερώνεστε, σιδερωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σιδερώνουν(ε) σιδερώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σιδέρωνα σιδερωνόμουν(α)
εσύ — you σιδέρωνες σιδερωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σιδέρωνε σιδερωνόταν(ε)
εμείς — we σιδερώναμε σιδερωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) σιδερώνατε σιδερωνόσαστε, σιδερωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they σιδέρωναν, σιδερώναν(ε) σιδερώνονταν, σιδερωνόντανε, σιδερωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σιδέρωσα σιδερώθηκα
εσύ — you σιδέρωσες σιδερώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σιδέρωσε σιδερώθηκε
εμείς — we σιδερώσαμε σιδερωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σιδερώσατε σιδερωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σιδέρωσαν, σιδερώσαν(ε) σιδερώθηκαν, σιδερωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω σιδερώσει έχω σιδερωθεί
εσύ — you έχεις σιδερώσει έχεις σιδερωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σιδερώσει έχει σιδερωθεί
εμείς — we έχουμε σιδερώσει έχουμε σιδερωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σιδερώσει έχετε σιδερωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σιδερώσει έχουν σιδερωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα σιδερώσει είχα σιδερωθεί
εσύ — you είχες σιδερώσει είχες σιδερωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σιδερώσει είχε σιδερωθεί
εμείς — we είχαμε σιδερώσει είχαμε σιδερωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σιδερώσει είχατε σιδερωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σιδερώσει είχαν σιδερωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σιδερώνω θα σιδερώνομαι
εσύ — you θα σιδερώνεις θα σιδερώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σιδερώνει θα σιδερώνεται
εμείς — we θα σιδερώνουμε, θα σιδερώνομε θα σιδερωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σιδερώνετε θα σιδερώνεστε, θα σιδερωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σιδερώνουν(ε) θα σιδερώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σιδερώσω θα σιδερωθώ
εσύ — you θα σιδερώσεις θα σιδερωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σιδερώσει θα σιδερωθεί
εμείς — we θα σιδερώσουμε, θα σιδερώσομε θα σιδερωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σιδερώσετε θα σιδερωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σιδερώσουν θα σιδερωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω σιδερώσει θα έχω σιδερωθεί
εσύ — you θα έχεις σιδερώσει θα έχεις σιδερωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σιδερώσει θα έχει σιδερωθεί
εμείς — we θα έχουμε σιδερώσει θα έχουμε σιδερωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σιδερώσει θα έχετε σιδερωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σιδερώσει θα έχουν σιδερωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σιδερώνω να σιδερώνομαι
εσύ — you να σιδερώνεις να σιδερώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σιδερώνει να σιδερώνεται
εμείς — we να σιδερώνουμε, να σιδερώνομε να σιδερωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σιδερώνετε να σιδερώνεστε, να σιδερωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σιδερώνουν(ε) να σιδερώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σιδερώσω να σιδερωθώ
εσύ — you να σιδερώσεις να σιδερωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σιδερώσει να σιδερωθεί
εμείς — we να σιδερώσουμε, να σιδερώσομε να σιδερωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να σιδερώσετε να σιδερωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σιδερώσουν(ε) να σιδερωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω σιδερώσει να έχω σιδερωθεί
εσύ — you να έχεις σιδερώσει να έχεις σιδερωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σιδερώσει να έχει σιδερωθεί
εμείς — we να έχουμε σιδερώσει να έχουμε σιδερωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σιδερώσει να έχετε σιδερωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σιδερώσει να έχουν σιδερωθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: σιδέρωνε / σιδερώνετε.

Simple: σιδέρωσε (εσύ); σιδερώστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Σιδέρωσα το πουκάμισο.

I ironed the shirt.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σιδερώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/siderono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /siderono/