σφυρίζω (sfurizo) — to whistle

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σφυρίζω means to whistle, including whistling a tune or signalling with a whistle.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σφυρίζω σφυρίζομαι
εσύ — you σφυρίζεις σφυρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σφυρίζει σφυρίζεται
εμείς — we σφυρίζουμε, σφυρίζομε σφυριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) σφυρίζετε σφυρίζεστε, σφυριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σφυρίζουν(ε) σφυρίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σφύριζα σφυριζόμουν(α)
εσύ — you σφύριζες σφυριζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σφύριζε σφυριζόταν(ε)
εμείς — we σφυρίζαμε σφυριζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) σφυρίζατε σφυριζόσαστε, σφυριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they σφύριζαν, σφυρίζαν(ε) σφυρίζονταν, σφυριζόντανε, σφυριζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σφύριξα σφυρίχτηκα
εσύ — you σφύριξες σφυρίχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σφύριξε σφυρίχτηκε
εμείς — we σφυρίξαμε σφυριχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σφυρίξατε σφυριχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σφύριξαν, σφυρίξαν(ε) σφυρίχτηκαν, σφυριχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω σφυρίξει έχω σφυριχτεί
εσύ — you έχεις σφυρίξει έχεις σφυριχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σφυρίξει έχει σφυριχτεί
εμείς — we έχουμε σφυρίξει έχουμε σφυριχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σφυρίξει έχετε σφυριχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σφυρίξει έχουν σφυριχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα σφυρίξει είχα σφυριχτεί
εσύ — you είχες σφυρίξει είχες σφυριχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σφυρίξει είχε σφυριχτεί
εμείς — we είχαμε σφυρίξει είχαμε σφυριχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σφυρίξει είχατε σφυριχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σφυρίξει είχαν σφυριχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σφυρίζω θα σφυρίζομαι
εσύ — you θα σφυρίζεις θα σφυρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σφυρίζει θα σφυρίζεται
εμείς — we θα σφυρίζουμε, θα σφυρίζομε θα σφυριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σφυρίζετε θα σφυρίζεστε, θα σφυριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σφυρίζουν(ε) θα σφυρίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σφυρίξω θα σφυριχτώ
εσύ — you θα σφυρίξεις θα σφυριχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σφυρίξει θα σφυριχτεί
εμείς — we θα σφυρίξουμε, θα σφυρίξομε θα σφυριχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σφυρίξετε θα σφυριχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σφυρίξουν(ε) θα σφυριχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω σφυρίξει θα έχω σφυριχτεί
εσύ — you θα έχεις σφυρίξει θα έχεις σφυριχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σφυρίξει θα έχει σφυριχτεί
εμείς — we θα έχουμε σφυρίξει θα έχουμε σφυριχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σφυρίξει θα έχετε σφυριχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σφυρίξει θα έχουν σφυριχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σφυρίζω να σφυρίζομαι
εσύ — you να σφυρίζεις να σφυρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σφυρίζει να σφυρίζεται
εμείς — we να σφυρίζουμε, να σφυρίζομε να σφυριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σφυρίζετε να σφυρίζεστε, να σφυριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σφυρίζουν(ε) να σφυρίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σφυρίξω να σφυριχτώ
εσύ — you να σφυρίξεις να σφυριχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σφυρίξει να σφυριχτεί
εμείς — we να σφυρίξουμε, να σφυρίξομε να σφυριχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να σφυρίξετε να σφυριχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σφυρίξουν(ε) να σφυριχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω σφυρίξει να έχω σφυριχτεί
εσύ — you να έχεις σφυρίξει να έχεις σφυριχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σφυρίξει να έχει σφυριχτεί
εμείς — we να έχουμε σφυρίξει να έχουμε σφυριχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σφυρίξει να έχετε σφυριχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σφυρίξει να έχουν σφυριχτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: σφύριζε / σφυρίζετε.

Simple: σφύριξε (εσύ); σφυρίξτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The passive refers to something being whistled or signalled; it does not mean “I whistle”.

Ο διαιτητής σφύριξε.

The referee blew the whistle.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σφυρίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/sfurizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /sfurizo/