σφάζω (sfazo) — to slaughter

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σφάζω means to slaughter; the passive means to be slaughtered. It also occurs in figurative expressions.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σφάζω σφάζομαι
εσύ — you σφάζεις σφάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σφάζει σφάζεται
εμείς — we σφάζουμε, σφάζομε σφαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) σφάζετε σφάζεστε, σφαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σφάζουν(ε) σφάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έσφαζα σφαζόμουν(α)
εσύ — you έσφαζες σφαζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έσφαζε σφαζόταν(ε)
εμείς — we σφάζαμε σφαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) σφάζατε σφαζόσαστε, σφαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έσφαζαν, σφάζαν(ε) σφάζονταν, σφαζόντανε, σφαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έσφαξα σφάχτηκα
εσύ — you έσφαξες σφάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έσφαξε σφάχτηκε
εμείς — we σφάξαμε σφαχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σφάξατε σφαχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έσφαξαν, σφάξαν(ε) σφάχτηκαν, σφαχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω σφάξει έχω σφαχτεί
εσύ — you έχεις σφάξει έχεις σφαχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σφάξει έχει σφαχτεί
εμείς — we έχουμε σφάξει έχουμε σφαχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σφάξει έχετε σφαχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σφάξει έχουν σφαχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα σφάξει είχα σφαχτεί
εσύ — you είχες σφάξει είχες σφαχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σφάξει είχε σφαχτεί
εμείς — we είχαμε σφάξει είχαμε σφαχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σφάξει είχατε σφαχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σφάξει είχαν σφαχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σφάζω θα σφάζομαι
εσύ — you θα σφάζεις θα σφάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σφάζει θα σφάζεται
εμείς — we θα σφάζουμε, θα σφάζομε θα σφαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σφάζετε θα σφάζεστε, θα σφαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σφάζουν(ε) θα σφάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σφάξω θα σφαχτώ
εσύ — you θα σφάξεις θα σφαχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σφάξει θα σφαχτεί
εμείς — we θα σφάξουμε, θα σφάξομε θα σφαχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σφάξετε θα σφαχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σφάξουν(ε) θα σφαχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω σφάξει θα έχω σφαχτεί
εσύ — you θα έχεις σφάξει θα έχεις σφαχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σφάξει θα έχει σφαχτεί
εμείς — we θα έχουμε σφάξει θα έχουμε σφαχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σφάξει θα έχετε σφαχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σφάξει θα έχουν σφαχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σφάζω να σφάζομαι
εσύ — you να σφάζεις να σφάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σφάζει να σφάζεται
εμείς — we να σφάζουμε, να σφάζομε να σφαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σφάζετε να σφάζεστε, να σφαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σφάζουν(ε) να σφάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σφάξω να σφαχτώ
εσύ — you να σφάξεις να σφαχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σφάξει να σφαχτεί
εμείς — we να σφάξουμε, να σφάξομε να σφαχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να σφάξετε να σφαχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σφάξουν(ε) να σφαχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω σφάξει να έχω σφαχτεί
εσύ — you να έχεις σφάξει να έχεις σφαχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σφάξει να έχει σφαχτεί
εμείς — we να έχουμε σφάξει να έχουμε σφαχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σφάξει να έχετε σφαχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σφάξει να έχουν σφαχτεί

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Perfective: έσφαξα / σφάξω / σφάξει; passive σφάχτηκα / σφαχτώ / σφαχτεί.

Η υψηλή τιμή μάς έσφαξε.

The high price was a real rip-off for us.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σφάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/sfazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /sfazo/