Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

οχυρώνω — to fortify

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

οχυρώνω means to fortify. οχυρώνομαι means to fortify oneself or take a fortified position, literally or figuratively.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I οχυρώνω οχυρώνομαι
εσύ — you οχυρώνεις οχυρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it οχυρώνει οχυρώνεται
εμείς — we οχυρώνουμε, οχυρώνομε οχυρωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) οχυρώνετε οχυρώνεστε, οχυρωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they οχυρώνουν(ε) οχυρώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I οχύρωνα οχυρωνόμουν(α)
εσύ — you οχύρωνες οχυρωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it οχύρωνε οχυρωνόταν(ε)
εμείς — we οχυρώναμε οχυρωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) οχυρώνατε οχυρωνόσαστε, οχυρωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they οχύρωναν, οχυρώναν(ε) οχυρώνονταν, οχυρωνόντανε, οχυρωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I οχύρωσα οχυρώθηκα
εσύ — you οχύρωσες οχυρώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it οχύρωσε οχυρώθηκε
εμείς — we οχυρώσαμε οχυρωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) οχυρώσατε οχυρωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they οχύρωσαν, οχυρώσαν(ε) οχυρώθηκαν, οχυρωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω οχυρώσει έχω οχυρωθεί
εσύ — you έχεις οχυρώσει έχεις οχυρωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει οχυρώσει έχει οχυρωθεί
εμείς — we έχουμε οχυρώσει έχουμε οχυρωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε οχυρώσει έχετε οχυρωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν οχυρώσει έχουν οχυρωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα οχυρώσει είχα οχυρωθεί
εσύ — you είχες οχυρώσει είχες οχυρωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε οχυρώσει είχε οχυρωθεί
εμείς — we είχαμε οχυρώσει είχαμε οχυρωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε οχυρώσει είχατε οχυρωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν οχυρώσει είχαν οχυρωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα οχυρώνω θα οχυρώνομαι
εσύ — you θα οχυρώνεις θα οχυρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα οχυρώνει θα οχυρώνεται
εμείς — we θα οχυρώνουμε, θα οχυρώνομε θα οχυρωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα οχυρώνετε θα οχυρώνεστε, θα οχυρωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα οχυρώνουν(ε) θα οχυρώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα οχυρώσω θα οχυρωθώ
εσύ — you θα οχυρώσεις θα οχυρωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα οχυρώσει θα οχυρωθεί
εμείς — we θα οχυρώσουμε, θα οχυρώσομε θα οχυρωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα οχυρώσετε θα οχυρωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα οχυρώσουν θα οχυρωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω οχυρώσει θα έχω οχυρωθεί
εσύ — you θα έχεις οχυρώσει θα έχεις οχυρωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει οχυρώσει θα έχει οχυρωθεί
εμείς — we θα έχουμε οχυρώσει θα έχουμε οχυρωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε οχυρώσει θα έχετε οχυρωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν οχυρώσει θα έχουν οχυρωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να οχυρώνω να οχυρώνομαι
εσύ — you να οχυρώνεις να οχυρώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να οχυρώνει να οχυρώνεται
εμείς — we να οχυρώνουμε, να οχυρώνομε να οχυρωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να οχυρώνετε να οχυρώνεστε, να οχυρωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να οχυρώνουν(ε) να οχυρώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να οχυρώσω να οχυρωθώ
εσύ — you να οχυρώσεις να οχυρωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να οχυρώσει να οχυρωθεί
εμείς — we να οχυρώσουμε, να οχυρώσομε να οχυρωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να οχυρώσετε να οχυρωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να οχυρώσουν(ε) να οχυρωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω οχυρώσει να έχω οχυρωθεί
εσύ — you να έχεις οχυρώσει να έχεις οχυρωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει οχυρώσει να έχει οχυρωθεί
εμείς — we να έχουμε οχυρώσει να έχουμε οχυρωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε οχυρώσει να έχετε οχυρωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν οχυρώσει να έχουν οχυρωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous οχύρωνε οχυρώνετε — οχυρώνεστε
Simple οχύρωσε οχυρώστε οχυρώσου οχυρωθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η πόλη οχυρώθηκε με τείχη.

The city was fortified with walls.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — οχυρώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/oxurono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /oxurono/