Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
παγώνω means to freeze something or become frozen. It also has figurative uses such as freezing with fear.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | παγώνω |
| εσύ — you | παγώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παγώνει |
| εμείς — we | παγώνουμε, παγώνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | παγώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παγώνουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | πάγωνα |
| εσύ — you | πάγωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πάγωνε |
| εμείς — we | παγώναμε |
| εσείς — you (plural / polite) | παγώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πάγωναν, παγώναν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | πάγωσα |
| εσύ — you | πάγωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πάγωσε |
| εμείς — we | παγώσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | παγώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πάγωσαν, παγώσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω παγώσει |
| εσύ — you | έχεις παγώσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει παγώσει |
| εμείς — we | έχουμε παγώσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε παγώσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν παγώσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα παγώσει |
| εσύ — you | είχες παγώσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε παγώσει |
| εμείς — we | είχαμε παγώσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε παγώσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν παγώσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα παγώνω |
| εσύ — you | θα παγώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα παγώνει |
| εμείς — we | θα παγώνουμε, θα παγώνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα παγώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα παγώνουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα παγώσω |
| εσύ — you | θα παγώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα παγώσει |
| εμείς — we | θα παγώσουμε, θα παγώσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα παγώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα παγώσουν |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω παγώσει |
| εσύ — you | θα έχεις παγώσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει παγώσει |
| εμείς — we | θα έχουμε παγώσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε παγώσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν παγώσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να παγώνω |
| εσύ — you | να παγώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να παγώνει |
| εμείς — we | να παγώνουμε, να παγώνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να παγώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να παγώνουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να παγώσω |
| εσύ — you | να παγώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να παγώσει |
| εμείς — we | να παγώσουμε, να παγώσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να παγώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να παγώσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω παγώσει |
| εσύ — you | να έχεις παγώσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει παγώσει |
| εμείς — we | να έχουμε παγώσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε παγώσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν παγώσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: πάγωνε / παγώνετε.
Simple: πάγωσε (εσύ); παγώστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- παγωμένος, -η, -ο describes a frozen or very cold state.
Το νερό πάγωσε.
The water froze.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παγώνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/pagono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/pagono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.