Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
παγιδεύω means to trap or ensnare. παγιδεύομαι means to become trapped.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | παγιδεύω | παγιδεύομαι |
| εσύ — you | παγιδεύεις | παγιδεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παγιδεύει | παγιδεύεται |
| εμείς — we | παγιδεύουμε, παγιδεύομε | παγιδευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | παγιδεύετε | παγιδεύεστε, παγιδευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παγιδεύουν(ε) | παγιδεύονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | παγίδευα | παγιδευόμουν(α) |
| εσύ — you | παγίδευες | παγιδευόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παγίδευε | παγιδευόταν(ε) |
| εμείς — we | παγιδεύαμε | παγιδευόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | παγιδεύατε | παγιδευόσαστε, παγιδευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παγίδευαν, παγιδεύαν(ε) | παγιδεύονταν, παγιδευόντανε, παγιδευόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | παγίδεψα, παγίδευσα | παγιδεύτηκα |
| εσύ — you | παγίδεψες, παγίδευσες | παγιδεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παγίδεψε, παγίδευσε | παγιδεύτηκε |
| εμείς — we | παγιδέψαμε, παγιδεύσαμε | παγιδευτήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | παγιδέψατε, παγιδεύσατε | παγιδευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παγίδεψαν, παγιδέψαν(ε), παγίδευσαν, παγιδεύσαν(ε) | παγιδεύτηκαν, παγιδευτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω παγιδέψει | έχω παγιδευτεί |
| εσύ — you | έχεις παγιδέψει | έχεις παγιδευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει παγιδέψει | έχει παγιδευτεί |
| εμείς — we | έχουμε παγιδέψει | έχουμε παγιδευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε παγιδέψει | έχετε παγιδευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν παγιδέψει | έχουν παγιδευτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα παγιδέψει | είχα παγιδευτεί |
| εσύ — you | είχες παγιδέψει | είχες παγιδευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε παγιδέψει | είχε παγιδευτεί |
| εμείς — we | είχαμε παγιδέψει | είχαμε παγιδευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε παγιδέψει | είχατε παγιδευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν παγιδέψει | είχαν παγιδευτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα παγιδεύω | θα παγιδεύομαι |
| εσύ — you | θα παγιδεύεις | θα παγιδεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα παγιδεύει | θα παγιδεύεται |
| εμείς — we | θα παγιδεύουμε, θα παγιδεύομε | θα παγιδευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα παγιδεύετε | θα παγιδεύεστε, θα παγιδευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα παγιδεύουν(ε) | θα παγιδεύονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα παγιδέψω, θα παγιδεύσω | θα παγιδευτώ |
| εσύ — you | θα παγιδέψεις, θα παγιδεύσεις | θα παγιδευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα παγιδέψει, θα παγιδεύσει | θα παγιδευτεί |
| εμείς — we | θα παγιδέψουμε, θα παγιδέψομε, θα παγιδεύσουμε, θα παγιδεύσομε | θα παγιδευτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα παγιδέψετε, θα παγιδεύσετε | θα παγιδευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα παγιδέψουν(ε), θα παγιδεύσουν(ε) | θα παγιδευτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω παγιδέψει | θα έχω παγιδευτεί |
| εσύ — you | θα έχεις παγιδέψει | θα έχεις παγιδευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει παγιδέψει | θα έχει παγιδευτεί |
| εμείς — we | θα έχουμε παγιδέψει | θα έχουμε παγιδευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε παγιδέψει | θα έχετε παγιδευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν παγιδέψει | θα έχουν παγιδευτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να παγιδεύω | να παγιδεύομαι |
| εσύ — you | να παγιδεύεις | να παγιδεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να παγιδεύει | να παγιδεύεται |
| εμείς — we | να παγιδεύουμε, να παγιδεύομε | να παγιδευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να παγιδεύετε | να παγιδεύεστε, να παγιδευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να παγιδεύουν(ε) | να παγιδεύονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να παγιδέψω, να παγιδεύσω | να παγιδευτώ |
| εσύ — you | να παγιδέψεις, να παγιδεύσεις | να παγιδευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να παγιδέψει, να παγιδεύσει | να παγιδευτεί |
| εμείς — we | να παγιδέψουμε, να παγιδέψομε, να παγιδεύσουμε, να παγιδεύσομε | να παγιδευτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να παγιδέψετε, να παγιδεύσετε | να παγιδευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να παγιδέψουν(ε), να παγιδεύσουν(ε) | να παγιδευτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω παγιδέψει | να έχω παγιδευτεί |
| εσύ — you | να έχεις παγιδέψει | να έχεις παγιδευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει παγιδέψει | να έχει παγιδευτεί |
| εμείς — we | να έχουμε παγιδέψει | να έχουμε παγιδευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε παγιδέψει | να έχετε παγιδευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν παγιδέψει | να έχουν παγιδευτεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: παγίδευε / παγιδεύετε.
Simple: παγίδεψε, παγίδευσε (εσύ); παγιδέψτε, παγιδεύστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- The active perfective has -εψ- and -ευσ- alternatives. The compound tenses here use παγιδέψει consistently.
Παγιδεύτηκαν στο ασανσέρ.
They became trapped in the lift.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παγιδεύω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/pagideuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/pagideuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.