Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

παγιδεύω — to trap

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

παγιδεύω means to trap or ensnare. παγιδεύομαι means to become trapped.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παγιδεύω παγιδεύομαι
εσύ — you παγιδεύεις παγιδεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παγιδεύει παγιδεύεται
εμείς — we παγιδεύουμε, παγιδεύομε παγιδευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) παγιδεύετε παγιδεύεστε, παγιδευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they παγιδεύουν(ε) παγιδεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παγίδευα παγιδευόμουν(α)
εσύ — you παγίδευες παγιδευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παγίδευε παγιδευόταν(ε)
εμείς — we παγιδεύαμε παγιδευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) παγιδεύατε παγιδευόσαστε, παγιδευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they παγίδευαν, παγιδεύαν(ε) παγιδεύονταν, παγιδευόντανε, παγιδευόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παγίδεψα, παγίδευσα παγιδεύτηκα
εσύ — you παγίδεψες, παγίδευσες παγιδεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παγίδεψε, παγίδευσε παγιδεύτηκε
εμείς — we παγιδέψαμε, παγιδεύσαμε παγιδευτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) παγιδέψατε, παγιδεύσατε παγιδευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they παγίδεψαν, παγιδέψαν(ε), παγίδευσαν, παγιδεύσαν(ε) παγιδεύτηκαν, παγιδευτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω παγιδέψει έχω παγιδευτεί
εσύ — you έχεις παγιδέψει έχεις παγιδευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει παγιδέψει έχει παγιδευτεί
εμείς — we έχουμε παγιδέψει έχουμε παγιδευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε παγιδέψει έχετε παγιδευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν παγιδέψει έχουν παγιδευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα παγιδέψει είχα παγιδευτεί
εσύ — you είχες παγιδέψει είχες παγιδευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε παγιδέψει είχε παγιδευτεί
εμείς — we είχαμε παγιδέψει είχαμε παγιδευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε παγιδέψει είχατε παγιδευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν παγιδέψει είχαν παγιδευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα παγιδεύω θα παγιδεύομαι
εσύ — you θα παγιδεύεις θα παγιδεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παγιδεύει θα παγιδεύεται
εμείς — we θα παγιδεύουμε, θα παγιδεύομε θα παγιδευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα παγιδεύετε θα παγιδεύεστε, θα παγιδευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παγιδεύουν(ε) θα παγιδεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα παγιδέψω, θα παγιδεύσω θα παγιδευτώ
εσύ — you θα παγιδέψεις, θα παγιδεύσεις θα παγιδευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παγιδέψει, θα παγιδεύσει θα παγιδευτεί
εμείς — we θα παγιδέψουμε, θα παγιδέψομε, θα παγιδεύσουμε, θα παγιδεύσομε θα παγιδευτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα παγιδέψετε, θα παγιδεύσετε θα παγιδευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παγιδέψουν(ε), θα παγιδεύσουν(ε) θα παγιδευτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω παγιδέψει θα έχω παγιδευτεί
εσύ — you θα έχεις παγιδέψει θα έχεις παγιδευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει παγιδέψει θα έχει παγιδευτεί
εμείς — we θα έχουμε παγιδέψει θα έχουμε παγιδευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε παγιδέψει θα έχετε παγιδευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν παγιδέψει θα έχουν παγιδευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να παγιδεύω να παγιδεύομαι
εσύ — you να παγιδεύεις να παγιδεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παγιδεύει να παγιδεύεται
εμείς — we να παγιδεύουμε, να παγιδεύομε να παγιδευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να παγιδεύετε να παγιδεύεστε, να παγιδευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παγιδεύουν(ε) να παγιδεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να παγιδέψω, να παγιδεύσω να παγιδευτώ
εσύ — you να παγιδέψεις, να παγιδεύσεις να παγιδευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παγιδέψει, να παγιδεύσει να παγιδευτεί
εμείς — we να παγιδέψουμε, να παγιδέψομε, να παγιδεύσουμε, να παγιδεύσομε να παγιδευτούμε
εσείς — you (plural / polite) να παγιδέψετε, να παγιδεύσετε να παγιδευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παγιδέψουν(ε), να παγιδεύσουν(ε) να παγιδευτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω παγιδέψει να έχω παγιδευτεί
εσύ — you να έχεις παγιδέψει να έχεις παγιδευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει παγιδέψει να έχει παγιδευτεί
εμείς — we να έχουμε παγιδέψει να έχουμε παγιδευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε παγιδέψει να έχετε παγιδευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν παγιδέψει να έχουν παγιδευτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: παγίδευε / παγιδεύετε.

Simple: παγίδεψε, παγίδευσε (εσύ); παγιδέψτε, παγιδεύστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The active perfective has -εψ- and -ευσ- alternatives. The compound tenses here use παγιδέψει consistently.

Παγιδεύτηκαν στο ασανσέρ.

They became trapped in the lift.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παγιδεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/pagideuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /pagideuo/