μισώ (miso) — to hate

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

μισώ means to hate. The passive means to be hated and can also have reciprocal meaning.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μισώ μισούμαι
εσύ — you μισείς μισείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μισεί μισείται
εμείς — we μισούμε μισούμαστε
εσείς — you (plural / polite) μισείτε μισείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μισούν(ε) μισούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μισούσα μισούμουν
εσύ — you μισούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μισούσε μισούνταν, εμισείτο
εμείς — we μισούσαμε μισούμασταν
εσείς — you (plural / polite) μισούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they μισούσαν(ε) μισούνταν, εμισούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μίσησα μισήθηκα
εσύ — you μίσησες μισήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μίσησε μισήθηκε
εμείς — we μισήσαμε μισηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) μισήσατε μισηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μίσησαν, μισήσαν(ε) μισήθηκαν, μισηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω μισήσει έχω μισηθεί
εσύ — you έχεις μισήσει έχεις μισηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει μισήσει έχει μισηθεί
εμείς — we έχουμε μισήσει έχουμε μισηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε μισήσει έχετε μισηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν μισήσει έχουν μισηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα μισήσει είχα μισηθεί
εσύ — you είχες μισήσει είχες μισηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε μισήσει είχε μισηθεί
εμείς — we είχαμε μισήσει είχαμε μισηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε μισήσει είχατε μισηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν μισήσει είχαν μισηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μισώ θα μισούμαι
εσύ — you θα μισείς θα μισείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μισεί θα μισείται
εμείς — we θα μισούμε θα μισούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα μισείτε θα μισείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μισούν(ε) θα μισούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μισήσω θα μισηθώ
εσύ — you θα μισήσεις θα μισηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μισήσει θα μισηθεί
εμείς — we θα μισήσουμε θα μισηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα μισήσετε θα μισηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μισήσουν(ε) θα μισηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω μισήσει θα έχω μισηθεί
εσύ — you θα έχεις μισήσει θα έχεις μισηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει μισήσει θα έχει μισηθεί
εμείς — we θα έχουμε μισήσει θα έχουμε μισηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε μισήσει θα έχετε μισηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν μισήσει θα έχουν μισηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μισώ να μισούμαι
εσύ — you να μισείς να μισείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μισεί να μισείται
εμείς — we να μισούμε να μισούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να μισείτε να μισείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μισούν(ε) να μισούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μισήσω να μισηθώ
εσύ — you να μισήσεις να μισηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μισήσει να μισηθεί
εμείς — we να μισήσουμε, να μισήσομε να μισηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να μισήσετε να μισηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μισήσουν(ε) να μισηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω μισήσει να έχω μισηθεί
εσύ — you να έχεις μισήσει να έχεις μισηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει μισήσει να έχει μισηθεί
εμείς — we να έχουμε μισήσει να έχουμε μισηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε μισήσει να έχετε μισηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν μισήσει να έχουν μισηθεί

Imperative · Προστακτική

Simple: μίσησε (εσύ); μισήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • This table uses the more formal μισούμαι series. The μισιέμαι series is shown in the companion entry. Learned εμισείτο / εμισούντο are marked alternatives; uncommon second-person imperfect cells remain blank.

Μισώ τα ψέματα.

I hate lies.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μισώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/miso/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /miso/