Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
μηνύω means to file a legal complaint against someone. μηνύομαι means to have a complaint filed against oneself.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | μηνύω | μηνύομαι |
| εσύ — you | μηνύεις | μηνύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μηνύει | μηνύεται |
| εμείς — we | μηνύουμε, μηνύομε | μηνυόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | μηνύετε | μηνύεστε, μηνυόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μηνύουν(ε) | μηνύονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | μήνυα | μηνυόμουν(α) |
| εσύ — you | μήνυες | μηνυόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μήνυε | μηνυόταν(ε) |
| εμείς — we | μηνύαμε | μηνυόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | μηνύατε | μηνυόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μήνυαν, μηνύαν(ε) | μηνύονταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | μήνυσα | μηνύθηκα |
| εσύ — you | μήνυσες | μηνύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μήνυσε | μηνύθηκε |
| εμείς — we | μηνύσαμε | μηνυθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | μηνύσατε | μηνυθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μήνυσαν, μηνύσαν(ε) | μηνύθηκαν, μηνυθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω μηνύσει | έχω μηνυθεί |
| εσύ — you | έχεις μηνύσει | έχεις μηνυθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει μηνύσει | έχει μηνυθεί |
| εμείς — we | έχουμε μηνύσει | έχουμε μηνυθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε μηνύσει | έχετε μηνυθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν μηνύσει | έχουν μηνυθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα μηνύσει | είχα μηνυθεί |
| εσύ — you | είχες μηνύσει | είχες μηνυθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε μηνύσει | είχε μηνυθεί |
| εμείς — we | είχαμε μηνύσει | είχαμε μηνυθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε μηνύσει | είχατε μηνυθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν μηνύσει | είχαν μηνυθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα μηνύω | θα μηνύομαι |
| εσύ — you | θα μηνύεις | θα μηνύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα μηνύει | θα μηνύεται |
| εμείς — we | θα μηνύουμε, θα μηνύομε | θα μηνυόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα μηνύετε | θα μηνύεστε θα μηνυόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα μηνύουν(ε) | θα μηνύονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα μηνύσω | θα μηνυθώ |
| εσύ — you | θα μηνύσεις | θα μηνυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα μηνύσει | θα μηνυθεί |
| εμείς — we | θα μηνύσουμε, θα μηνύσομε | θα μηνυθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα μηνύσετε | θα μηνυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα μηνύσουν(ε) | θα μηνυθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω μηνύσει | θα έχω μηνυθεί |
| εσύ — you | θα έχεις μηνύσει | θα έχεις μηνυθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει μηνύσει | θα έχει μηνυθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε μηνύσει | θα έχουμε μηνυθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε μηνύσει | θα έχετε μηνυθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν μηνύσει | θα έχουν μηνυθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να μηνύω | να μηνύομαι |
| εσύ — you | να μηνύεις | να μηνύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να μηνύει | να μηνύεται |
| εμείς — we | να μηνύουμε, να μηνύομε | να μηνυόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να μηνύετε | να μηνύεστε, να μηνυόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να μηνύουν(ε) | να μηνύονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να μηνύσω | να μηνυθώ |
| εσύ — you | να μηνύσεις | να μηνυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να μηνύσει | να μηνυθεί |
| εμείς — we | να μηνύσουμε, να μηνύσομε | να μηνυθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να μηνύσετε | να μηνυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να μηνύσουν(ε) | να μηνυθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω μηνύσει | να έχω μηνυθεί |
| εσύ — you | να έχεις μηνύσει | να έχεις μηνυθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει μηνύσει | να έχει μηνυθεί |
| εμείς — we | να έχουμε μηνύσει | να έχουμε μηνυθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε μηνύσει | να έχετε μηνυθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν μηνύσει | να έχουν μηνυθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: μήνυε / μηνύετε.
Simple: μήνυσε (εσύ); μηνύστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The folk/literary μηνάω / μηνώ means to send word; it is presented separately. The perfective series is μήνυσα, θα μηνύσω, έχω μηνύσει.
Τον μήνυσε για εξύβριση.
He/she filed a complaint against him for insult.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μηνύω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/minuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/minuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.