συγχέω (sugxeo) — to confuse

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

συγχέω — to confuse; mix up.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συγχέω συγχέομαι
εσύ — you συγχέεις συγχέεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συγχέει συγχέεται
εμείς — we συγχέουμε, συγχέομε συγχεόμαστε
εσείς — you (plural / polite) συγχέετε συγχέεστε, συγχεόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συγχέουν(ε) συγχέονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συνέχεα συγχεόμουν(α)
εσύ — you συνέχεες συγχεόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συνέχεε συγχεόταν(ε)
εμείς — we συγχέαμε συγχεόμασταν
εσείς — you (plural / polite) συγχέατε συγχεόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they συνέχεαν, συγχέαν(ε) συγχέονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σύγχυσα συγχύθηκα
εσύ — you σύγχυσες συγχύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σύγχυσε συγχύθηκε
εμείς — we συγχύσαμε συγχυθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) συγχύσατε συγχυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σύγχυσαν, συγχύσαν(ε) συγχύθηκαν, συγχυθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω συγχύσει έχω συγχυθεί
εσύ — you έχεις συγχύσει έχεις συγχυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει συγχύσει έχει συγχυθεί
εμείς — we έχουμε συγχύσει έχουμε συγχυθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε συγχύσει έχετε συγχυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν συγχύσει έχουν συγχυθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα συγχύσει είχα συγχυθεί
εσύ — you είχες συγχύσει είχες συγχυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε συγχύσει είχε συγχυθεί
εμείς — we είχαμε συγχύσει είχαμε συγχυθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε συγχύσει είχατε συγχυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν συγχύσει είχαν συγχυθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συγχέω θα συγχέομαι
εσύ — you θα συγχέεις θα συγχέεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συγχέει θα συγχέεται
εμείς — we θα συγχέουμε θα συγχεόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα συγχέετε θα συγχέεστε, θα συγχεόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συγχέουν θα συγχέονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συγχύσω θα συγχυθώ
εσύ — you θα συγχύσεις θα συγχυθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συγχύσει θα συγχυθεί
εμείς — we θα συγχύσουμε θα συγχυθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα συγχύσετε θα συγχυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συγχύσουν θα συγχυθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω συγχύσει θα έχω συγχυθεί
εσύ — you θα έχεις συγχύσει θα έχεις συγχυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει συγχύσει θα έχει συγχυθεί
εμείς — we θα έχουμε συγχύσει θα έχουμε συγχυθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε συγχύσει θα έχετε συγχυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν συγχύσει θα έχουν συγχυθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συγχέω να συγχέομαι
εσύ — you να συγχέεις να συγχέεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συγχέει να συγχέεται
εμείς — we να συγχέουμε να συγχεόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να συγχέετε να συγχέεστε, να συγχεόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συγχέουν να συγχέονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συγχύσω να συγχυθώ
εσύ — you να συγχύσεις να συγχυθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συγχύσει να συγχυθεί
εμείς — we να συγχύσουμε να συγχυθούμε
εσείς — you (plural / polite) να συγχύσετε να συγχυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συγχύσουν να συγχυθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω συγχύσει να έχω συγχυθεί
εσύ — you να έχεις συγχύσει να έχεις συγχυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει συγχύσει να έχει συγχυθεί
εμείς — we να έχουμε συγχύσει να έχουμε συγχυθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε συγχύσει να έχετε συγχυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν συγχύσει να έχουν συγχυθεί

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Usually used with the present stem for confusing one thing with another. The perfective forms shown follow σύγχυσα / θα συγχύσω and συγχύθηκα / θα συγχυθώ. The separate verb χύνω means pouring or spilling; it is not a present form of συγχέω. συγκεχυμένος, -η, -ο means confused or unclear.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Μη συγχέεις τις δύο έννοιες.

Do not confuse the two concepts.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συγχέω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/sugxeo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /sugxeo/