απολύω (apoluo) — to dismiss, discharge, release

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

απολύω — to dismiss; to discharge; to release

Passive: απολύομαι — to be dismissed or discharged, according to context.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απολύω απολύομαι
εσύ — you απολύεις απολύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απολύει απολύεται
εμείς — we απολύουμε, απολύομε απολυόμαστε
εσείς — you (plural / polite) απολύετε απολύεστε, απολυόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απολύουν(ε) απολύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απέλυα απολυόμουν(α)
εσύ — you απέλυες απολυόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απέλυε απολυόταν(ε)
εμείς — we απολύαμε απολυόμασταν
εσείς — you (plural / polite) απολύατε απολυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they απέλυαν, απολύαν(ε) απολύονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απέλυσα, απόλυσα απολύθηκα
εσύ — you απέλυσες, απόλυσες απολύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απέλυσε, απόλυσε απολύθηκε
εμείς — we απολύσαμε απολυθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) απολύσατε απολυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απέλυσαν, απολύσαν(ε) απολύθηκαν, απολυθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω απολύσει έχω απολυθεί
εσύ — you έχεις απολύσει έχεις απολυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει απολύσει έχει απολυθεί
εμείς — we έχουμε απολύσει έχουμε απολυθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε απολύσει έχετε απολυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν απολύσει έχουν απολυθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα απολύσει είχα απολυθεί
εσύ — you είχες απολύσει είχες απολυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε απολύσει είχε απολυθεί
εμείς — we είχαμε απολύσει είχαμε απολυθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε απολύσει είχατε απολυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν απολύσει είχαν απολυθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα απολύω θα απολύομαι
εσύ — you θα απολύεις θα απολύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα απολύει θα απολύεται
εμείς — we θα απολύουμε, θα απολύομε θα απολυόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα απολύετε θα απολύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα απολύουν(ε) θα απολύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα απολύσω θα απολυθώ
εσύ — you θα απολύσεις θα απολυθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα απολύσει θα απολυθεί
εμείς — we θα απολύσουμε, θα απολύσομε θα απολυθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα απολύσετε θα απολυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα απολύσουν(ε) θα απολυθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω απολύσει θα έχω απολυθεί
εσύ — you θα έχεις απολύσει θα έχεις απολυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει απολύσει θα έχει απολυθεί
εμείς — we θα έχουμε απολύσει θα έχουμε απολυθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε απολύσει θα έχετε απολυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν απολύσει θα έχουν απολυθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να απολύω να απολύομαι
εσύ — you να απολύεις να απολύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να απολύει να απολύεται
εμείς — we να απολύουμε, να απολύομε να απολυόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να απολύετε να απολύεστε, να απολυόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να απολύουν(ε) να απολύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να απολύσω να απολυθώ
εσύ — you να απολύσεις να απολυθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να απολύσει να απολυθεί
εμείς — we να απολύσουμε, να απολύσομε να απολυθούμε
εσείς — you (plural / polite) να απολύσετε να απολυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να απολύσουν(ε) να απολυθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω απολύσει να έχω απολυθεί
εσύ — you να έχεις απολύσει να έχεις απολυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει απολύσει να έχει απολυθεί
εμείς — we να έχουμε απολύσει να έχουμε απολυθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε απολύσει να έχετε απολυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν απολύσει να έχουν απολυθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous απόλυε απολύετε να απολύεσαι (να-construction) απολύεστε
Simple απόλυσε απολύστε απολύσου απολυθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The usual past is απέλυσα. The alternative απόλυσα is less common; the direct imperative is απόλυσε / απολύστε.
  • απολύοντας — dismissing / releasing; έχοντας απολύσει — having dismissed / released.
  • απολυμένος, απολυμένη, απολυμένο describes a resulting state.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Negative instructions: μην απολύεις / μην απολύσεις. Απολύσετε needs θα, να or μην and is not the direct plural imperative.

Η εταιρεία απέλυσε τρεις υπαλλήλους.

The company dismissed three employees.

Απολύθηκε από τον στρατό τον Μάιο.

He was discharged from the army in May.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — απολύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apoluo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /apoluo/