Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
απολυμαίνω — to disinfect; to decontaminate
Passive: απολυμαίνομαι — to be disinfected.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | απολυμαίνω | απολυμαίνομαι |
| εσύ — you | απολυμαίνεις | απολυμαίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απολυμαίνει | απολυμαίνεται |
| εμείς — we | απολυμαίνουμε, απολυμαίνομε | απολυμαινόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | απολυμαίνετε | απολυμαίνεστε, απολυμαινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απολυμαίνουν(ε) | απολυμαίνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | απολύμαινα | απολυμαινόμουν(α) |
| εσύ — you | απολύμαινες | απολυμαινόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απολύμαινε | απολυμαινόταν(ε) |
| εμείς — we | απολυμαίναμε | απολυμαινόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | απολυμαίνατε | απολυμαινόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απολύμαιναν, απολυμαίναν(ε) | απολυμαίνονταν, απολυμαινόντανε, απολυμαινόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | απολύμανα | απολυμάνθηκα |
| εσύ — you | απολύμανες | απολυμάνθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απολύμανε | απολυμάνθηκε |
| εμείς — we | απολυμάναμε | απολυμανθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | απολυμάνατε | απολυμανθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απολύμαναν, απολυμάναν(ε) | απολυμάνθηκαν, απολυμανθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω απολυμάνει | έχω απολυμανθεί |
| εσύ — you | έχεις απολυμάνει | έχεις απολυμανθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει απολυμάνει | έχει απολυμανθεί |
| εμείς — we | έχουμε απολυμάνει | έχουμε απολυμανθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε απολυμάνει | έχετε απολυμανθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν απολυμάνει | έχουν απολυμανθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα απολυμάνει | είχα απολυμανθεί |
| εσύ — you | είχες απολυμάνει | είχες απολυμανθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε απολυμάνει | είχε απολυμανθεί |
| εμείς — we | είχαμε απολυμάνει | είχαμε απολυμανθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε απολυμάνει | είχατε απολυμανθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν απολυμάνει | είχαν απολυμανθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα απολυμαίνω | θα απολυμαίνομαι |
| εσύ — you | θα απολυμαίνεις | θα απολυμαίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα απολυμαίνει | θα απολυμαίνεται |
| εμείς — we | θα απολυμαίνουμε, θα απολυμαίνομε | θα απολυμαινόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα απολυμαίνετε | θα απολυμαίνεστε, θα απολυμαινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα απολυμαίνουν(ε) | θα απολυμαίνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα απολυμάνω | θα απολυμανθώ |
| εσύ — you | θα απολυμάνεις | θα απολυμανθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα απολυμάνει | θα απολυμανθεί |
| εμείς — we | θα απολυμάνουμε, θα απολυμάνομε | θα απολυμανθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα απολυμάνετε | θα απολυμανθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα απολυμάνουν(ε) | θα απολυμανθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω απολυμάνει | θα έχω απολυμανθεί |
| εσύ — you | θα έχεις απολυμάνει | θα έχεις απολυμανθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει απολυμάνει | θα έχει απολυμανθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε απολυμάνει | θα έχουμε απολυμανθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε απολυμάνει | θα έχετε απολυμανθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν απολυμάνει | θα έχουν απολυμανθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να απολυμαίνω | να απολυμαίνομαι |
| εσύ — you | να απολυμαίνεις | να απολυμαίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να απολυμαίνει | να απολυμαίνεται |
| εμείς — we | να απολυμαίνουμε, να απολυμαίνομε | να απολυμαινόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να απολυμαίνετε | να απολυμαίνεστε, να απολυμαινόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να απολυμαίνουν(ε) | να απολυμαίνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να απολυμάνω | να απολυμανθώ |
| εσύ — you | να απολυμάνεις | να απολυμανθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να απολυμάνει | να απολυμανθεί |
| εμείς — we | να απολυμάνουμε, να απολυμάνομε | να απολυμανθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να απολυμάνετε | να απολυμανθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να απολυμάνουν(ε) | να απολυμανθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω απολυμάνει | να έχω απολυμανθεί |
| εσύ — you | να έχεις απολυμάνει | να έχεις απολυμανθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει απολυμάνει | να έχει απολυμανθεί |
| εμείς — we | να έχουμε απολυμάνει | να έχουμε απολυμανθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε απολυμάνει | να έχετε απολυμανθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν απολυμάνει | να έχουν απολυμανθεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | απολύμαινε | απολυμαίνετε | — | απολυμαίνεστε |
| Simple | απολύμανε | απολυμάνετε | — | απολυμανθείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Present stem: απολυμαιν-; active perfective stem: απολυμαν-; passive perfective stem: απολυμανθ-.
- απολυμαίνοντας — disinfecting; απολυμαινόμενος, απολυμαινόμενη, απολυμαινόμενο — being disinfected; έχοντας απολυμάνει — having disinfected.
- απολυμασμένος, απολυμασμένη, απολυμασμένο means disinfected and agrees with its noun.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- Negative instructions: μην απολυμαίνεις / μην απολυμάνεις.
Ο χώρος απολυμάνθηκε χθες.
The area was disinfected yesterday.
Οι επιφάνειες έχουν απολυμανθεί.
The surfaces have been disinfected.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — απολυμαίνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apolumaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/apolumaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →