Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
απολαμβάνω — to enjoy
This entry presents the ordinary active-voice series. The variant απολαβαίνω also occurs.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | απολαμβάνω |
| εσύ — you | απολαμβάνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απολαμβάνει |
| εμείς — we | απολαμβάνουμε, απολαμβάνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | απολαμβάνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απολαμβάνουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | απολάμβανα |
| εσύ — you | απολάμβανες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απολάμβανε |
| εμείς — we | απολαμβάναμε |
| εσείς — you (plural / polite) | απολαμβάνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απολάμβαναν, απολαμβάναν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | απόλαυσα, απήλαυσα |
| εσύ — you | απόλαυσες, απήλαυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απόλαυσε, απήλαυσε |
| εμείς — we | απολαύσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | απολαύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απόλαυσαν / απολαύσανε |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω απολαύσει |
| εσύ — you | έχεις απολαύσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει απολαύσει |
| εμείς — we | έχουμε απολαύσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε απολαύσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν απολαύσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα απολαύσει |
| εσύ — you | είχες απολαύσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε απολαύσει |
| εμείς — we | είχαμε απολαύσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε απολαύσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν απολαύσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα απολαμβάνω |
| εσύ — you | θα απολαμβάνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα απολαμβάνει |
| εμείς — we | θα απολαμβάνουμε, θα απολαμβάνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα απολαμβάνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα απολαμβάνουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα απολαύσω |
| εσύ — you | θα απολαύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα απολαύσει |
| εμείς — we | θα απολαύσουμε, θα απολαύσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα απολαύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα απολαύσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω απολαύσει |
| εσύ — you | θα έχεις απολαύσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει απολαύσει |
| εμείς — we | θα έχουμε απολαύσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε απολαύσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν απολαύσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να απολαμβάνω |
| εσύ — you | να απολαμβάνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να απολαμβάνει |
| εμείς — we | να απολαμβάνουμε, να απολαμβάνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να απολαμβάνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να απολαμβάνουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να απολαύσω |
| εσύ — you | να απολαύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να απολαύσει |
| εμείς — we | να απολαύσουμε, να απολαύσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να απολαύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να απολαύσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω απολαύσει |
| εσύ — you | να έχεις απολαύσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει απολαύσει |
| εμείς — we | να έχουμε απολαύσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε απολαύσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν απολαύσει |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | εσύ — singular | εσείς — plural / polite |
|---|---|---|
| Continuous | απολάμβανε | απολαμβάνετε |
| Simple | απόλαυσε | απολαύστε |
Negative: μην απολαμβάνεις / μην απολαύσεις; μην απολαμβάνετε / μην απολαύσετε.
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Present stem: απολαμβαν-; perfective stem: απολαυσ-.
- Past plural: απόλαυσαν / απολαύσανε. The old form απολαύσαναν is a spelling error.
- Απήλαυσα and related past forms are learned variants; απόλαυσα is the everyday choice.
- απολαμβάνοντας — enjoying; έχοντας απολαύσει — having enjoyed.
- With an unstressed pronoun after a proparoxytone imperative, an extra accent appears: απόλαυσέ το.
Απόλαυσε τις διακοπές σου!
Enjoy your holiday!
Απολαύσαμε το φαγητό και τη μουσική.
We enjoyed the food and the music.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — απολαμβάνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apolambano/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/apolambano/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →