Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ιδρύω — to found; to establish

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ιδρύω — to found; to establish.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ιδρύω ιδρύομαι
εσύ — you ιδρύεις ιδρύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ιδρύει ιδρύεται
εμείς — we ιδρύουμε, ιδρύομε ιδρυόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ιδρύετε ιδρύεστε, ιδρυόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ιδρύουν(ε) ιδρύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ίδρυα ιδρυόμουν(α)
εσύ — you ίδρυες ιδρυόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ίδρυε ιδρυόταν(ε)
εμείς — we ιδρύαμε ιδρυόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ιδρύατε ιδρυόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ίδρυαν, ιδρύαν(ε) ιδρύονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ίδρυσα ιδρύθηκα
εσύ — you ίδρυσες ιδρύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ίδρυσε ιδρύθηκε
εμείς — we ιδρύσαμε ιδρυθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ιδρύσατε ιδρυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ίδρυσαν, ιδρύσαν(ε) ιδρύθηκαν, ιδρυθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ιδρύσει έχω ιδρυθεί
εσύ — you έχεις ιδρύσει έχεις ιδρυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ιδρύσει έχει ιδρυθεί
εμείς — we έχουμε ιδρύσει έχουμε ιδρυθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ιδρύσει έχετε ιδρυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ιδρύσει έχουν ιδρυθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ιδρύσει είχα ιδρυθεί
εσύ — you είχες ιδρύσει είχες ιδρυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ιδρύσει είχε ιδρυθεί
εμείς — we είχαμε ιδρύσει είχαμε ιδρυθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ιδρύσει είχατε ιδρυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ιδρύσει είχαν ιδρυθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ιδρύω θα ιδρύομαι
εσύ — you θα ιδρύεις θα ιδρύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ιδρύει θα ιδρύεται
εμείς — we θα ιδρύουμε, θα ιδρύομε θα ιδρυόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ιδρύετε θα ιδρύεστε, θα ιδρυόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ιδρύουν(ε) θα ιδρύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ιδρύσω θα ιδρυθώ
εσύ — you θα ιδρύσεις θα ιδρυθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ιδρύσει θα ιδρυθεί
εμείς — we θα ιδρύσουμε, θα ιδρύσομε θα ιδρυθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ιδρύσετε θα ιδρυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ιδρύσουν(ε) θα ιδρυθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ιδρύσει θα έχω ιδρυθεί
εσύ — you θα έχεις ιδρύσει θα έχεις ιδρυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ιδρύσει θα έχει ιδρυθεί
εμείς — we θα έχουμε ιδρύσει θα έχουμε ιδρυθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ιδρύσει θα έχετε ιδρυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ιδρύσει θα έχουν ιδρυθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ιδρύω να ιδρύομαι
εσύ — you να ιδρύεις να ιδρύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ιδρύει να ιδρύεται
εμείς — we να ιδρύουμε, να ιδρύομε να ιδρυόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ιδρύετε να ιδρύεστε, να ιδρυόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ιδρύουν(ε) να ιδρύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ιδρύσω να ιδρυθώ
εσύ — you να ιδρύσεις να ιδρυθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ιδρύσει να ιδρυθεί
εμείς — we να ιδρύσουμε, να ιδρύσομε να ιδρυθούμε
εσείς — you (plural / polite) να ιδρύσετε να ιδρυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ιδρύσουν(ε) να ιδρυθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ιδρύσει να έχω ιδρυθεί
εσύ — you να έχεις ιδρύσει να έχεις ιδρυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ιδρύσει να έχει ιδρυθεί
εμείς — we να έχουμε ιδρύσει να έχουμε ιδρυθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ιδρύσει να έχετε ιδρυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ιδρύσει να έχουν ιδρυθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous ίδρυε ιδρύετε — —
Simple ίδρυσε ιδρύστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Ιδρύω is used for founding organisations, institutions, companies, or settlements. Passive forms describe the entity being founded.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Ίδρυσαν έναν σύλλογο.

They founded an association.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ιδρύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/idruo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /idruo/