ξεκινάω (ksekinao) — to start; to set off

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ξεκινάω — to start; to set off.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ξεκινάω, ξεκινώ
εσύ — you ξεκινάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ξεκινάει, ξεκινά
εμείς — we ξεκινάμε, ξεκινούμε
εσείς — you (plural / polite) ξεκινάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ξεκινάν(ε), ξεκινούν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ξεκινούσα, ξεκίναγα
εσύ — you ξεκινούσες, ξεκίναγες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ξεκινούσε, ξεκίναγε
εμείς — we ξεκινούσαμε, ξεκινάγαμε
εσείς — you (plural / polite) ξεκινούσατε, ξεκινάγατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ξεκινούσαν(ε), ξεκίναγαν, ξεκινάγανε

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I ξεκίνησα
εσύ — you ξεκίνησες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ξεκίνησε
εμείς — we ξεκινήσαμε
εσείς — you (plural / polite) ξεκινήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ξεκίνησαν, ξεκινήσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω ξεκινήσει
εσύ — you έχεις ξεκινήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ξεκινήσει
εμείς — we έχουμε ξεκινήσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε ξεκινήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ξεκινήσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα ξεκινήσει
εσύ — you είχες ξεκινήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ξεκινήσει
εμείς — we είχαμε ξεκινήσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε ξεκινήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ξεκινήσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα ξεκινάω, θα ξεκινώ
εσύ — you θα ξεκινάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ξεκινάει, θα ξεκινά
εμείς — we θα ξεκινάμε, θα ξεκινούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ξεκινάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ξεκινάν(ε), θα ξεκινούν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα ξεκινήσω
εσύ — you θα ξεκινήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ξεκινήσει
εμείς — we θα ξεκινήσουμε, θα ξεκινήσομε
εσείς — you (plural / polite) θα ξεκινήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ξεκινήσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω ξεκινήσει
εσύ — you θα έχεις ξεκινήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ξεκινήσει
εμείς — we θα έχουμε ξεκινήσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ξεκινήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ξεκινήσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να ξεκινάω, να ξεκινώ
εσύ — you να ξεκινάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ξεκινάει, να ξεκινά
εμείς — we να ξεκινάμε, να ξεκινούμε
εσείς — you (plural / polite) να ξεκινάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ξεκινάν(ε), να ξεκινούν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να ξεκινήσω
εσύ — you να ξεκινήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ξεκινήσει
εμείς — we να ξεκινήσουμε, να ξεκινήσομε
εσείς — you (plural / polite) να ξεκινήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ξεκινήσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω ξεκινήσει
εσύ — you να έχεις ξεκινήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ξεκινήσει
εμείς — we να έχουμε ξεκινήσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ξεκινήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ξεκινήσει

Imperative · Προστακτική

ξεκίνα, ξεκίναγε / ξεκινάτε

Simple: ξεκίνησε, ξεκίνα (εσύ); ξεκινήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Ξεκινάω / ξεκινώ means to begin an activity or set off on a journey. Ξεκίνα also serves as a simple command.

Ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί.

We set off early in the morning.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ξεκινάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ksekinao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /ksekinao/