Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ξαπλώνω — to lie down; to lay down

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ξαπλώνω — to lie down; to lay down.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ξαπλώνω ξαπλώνομαι
εσύ — you ξαπλώνεις ξαπλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ξαπλώνει ξαπλώνεται
εμείς — we ξαπλώνουμε, ξαπλώνομε ξαπλωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ξαπλώνετε ξαπλώνεστε, ξαπλωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ξαπλώνουν(ε) ξαπλώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ξάπλωνα ξαπλωνόμουν(α)
εσύ — you ξάπλωνες ξαπλωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ξάπλωνε ξαπλωνόταν(ε)
εμείς — we ξαπλώναμε ξαπλωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ξαπλώνατε ξαπλωνόσαστε, ξαπλωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ξάπλωναν, ξαπλώναν(ε) ξαπλώνονταν, ξαπλωνόντανε, ξαπλωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ξάπλωσα ξαπλώθηκα
εσύ — you ξάπλωσες ξαπλώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ξάπλωσε ξαπλώθηκε
εμείς — we ξαπλώσαμε ξαπλωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ξαπλώσατε ξαπλωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ξάπλωσαν, ξαπλώσαν(ε) ξαπλώθηκαν, ξαπλωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ξαπλώσει έχω ξαπλωθεί
εσύ — you έχεις ξαπλώσει έχεις ξαπλωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ξαπλώσει έχει ξαπλωθεί
εμείς — we έχουμε ξαπλώσει έχουμε ξαπλωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ξαπλώσει έχετε ξαπλωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ξαπλώσει έχουν ξαπλωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ξαπλώσει είχα ξαπλωθεί
εσύ — you είχες ξαπλώσει είχες ξαπλωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ξαπλώσει είχε ξαπλωθεί
εμείς — we είχαμε ξαπλώσει είχαμε ξαπλωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ξαπλώσει είχατε ξαπλωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ξαπλώσει είχαν ξαπλωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ξαπλώνω θα ξαπλώνομαι
εσύ — you θα ξαπλώνεις θα ξαπλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ξαπλώνει θα ξαπλώνεται
εμείς — we θα ξαπλώνουμε, θα ξαπλώνομε θα ξαπλωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ξαπλώνετε θα ξαπλώνεστε, θα ξαπλωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ξαπλώνουν(ε) θα ξαπλώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ξαπλώσω θα ξαπλωθώ
εσύ — you θα ξαπλώσεις θα ξαπλωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ξαπλώσει θα ξαπλωθεί
εμείς — we θα ξαπλώσουμε, θα ξαπλώσομε θα ξαπλωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ξαπλώσετε θα ξαπλωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ξαπλώσουν θα ξαπλωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ξαπλώσει θα έχω ξαπλωθεί
εσύ — you θα έχεις ξαπλώσει θα έχεις ξαπλωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ξαπλώσει θα έχει ξαπλωθεί
εμείς — we θα έχουμε ξαπλώσει θα έχουμε ξαπλωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ξαπλώσει θα έχετε ξαπλωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ξαπλώσει θα έχουν ξαπλωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ξαπλώνω να ξαπλώνομαι
εσύ — you να ξαπλώνεις να ξαπλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ξαπλώνει να ξαπλώνεται
εμείς — we να ξαπλώνουμε, να ξαπλώνομε να ξαπλωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ξαπλώνετε να ξαπλώνεστε, να ξαπλωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ξαπλώνουν(ε) να ξαπλώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ξαπλώσω να ξαπλωθώ
εσύ — you να ξαπλώσεις να ξαπλωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ξαπλώσει να ξαπλωθεί
εμείς — we να ξαπλώσουμε, να ξαπλώσομε να ξαπλωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να ξαπλώσετε να ξαπλωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ξαπλώσουν(ε) να ξαπλωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ξαπλώσει να έχω ξαπλωθεί
εσύ — you να έχεις ξαπλώσει να έχεις ξαπλωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ξαπλώσει να έχει ξαπλωθεί
εμείς — we να έχουμε ξαπλώσει να έχουμε ξαπλωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ξαπλώσει να έχετε ξαπλωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ξαπλώσει να έχουν ξαπλωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous ξάπλωνε ξαπλώνετε — —
Simple ξάπλωσε ξαπλώστε ξαπλώσου ξαπλωθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Ξαπλώνω commonly means to lie down oneself, with active endings. With an object it can mean to lay someone or something down. Ξαπλωμένος describes a lying position.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Ξάπλωσα στον καναπέ.

I lay down on the sofa.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ξαπλώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ksaplono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /ksaplono/